Για να πω την αλήθεια δεν αντέχω άλλο να ασχολούμαι με αυτόν τον κωλοϊό και ό,τι γράφω να είναι γι’ αυτόν. Άλλωστε περιέργως αυτός ο γκαντέμης μου έδωσε μια αφορμή για κάτι πιο όμορφο και γλυκό πασχαλιάτικα. Αφού περί αγάπης είναι το θέμα, για θάνατο θα μιλάμε συνέχεια;
Λοιπόν…
Αυτά συμβαίνουν μάλλον once in a life time. Να σου τύχει παγκόσμια, κινηματογραφικού τύπου καραντίνα και να έχεις βρεθεί, χωρισμένος πατέρας, συγκάτοικος με τον 12χρονο γιο σου (που ζει με τη μάνα του και όπως πρέπει σε αυτές τις περιπτώσεις).
Έτσι έτυχε, έτσι μας κάθισε, έτσι συμφωνήσαμε μετά, έτσι τελικά ήταν να συμβεί. Δεν ξέρω πώς θα ήταν αν ήμουν μόνος μου τόσο καιρό γιατί αυτό ήταν το κυρίαρχο σενάριο. Και βέβαια δεν το ‘χα προβλέψει για να το θέλω τόσο, όσο για να συνωμοτήσει το σύμπαν, ένας Κινέζος και μια νυχτερίδα στη Γιουχάν.
Έτσι έτυχε. Τα καλύτερα και τα χειρότερα σού έρχονται απρόβλεπτα στη ζωή έχω μάθει. Πόσο πιο απρόβλεπτη θα μπορούσε να ‘ναι αυτή η καραντίνα ας πούμε;
Τόσο απρόβλεπτη που για πρώτη φορά συνέβη στον πλανήτη Γη, με οργανωμένο τρόπο τουλάχιστον, στην ιστορία του. Με κρατικά διατάγματα. Ακόμη και κάποιοι ευφάνταστοι, ίσως για να το κάνουν καλύτερο στον εαυτό τους, πιστεύουν ότι παίζουν σε κάποια ταινία ή ότι ο Όρσον Γουέλς ξανάκανε τη ραδιοφωνική πλάκα με τους εξωγήινους, μόνο που τώρα χρησιμοποίησε κινηματογραφική 3D τεχνολογία για να μας ξανατρομοκρατήσει. Κι αν δεν το πιστεύουν, το βλέπουν στα όνειρά τους.
Εγώ πάλι ούτε σε όνειρο δεν το ‘χα δει το έργο ότι γίνεται καραντίνα και μένω με τον πιτσιρικά γιο μου 24 ώρες τη μέρα. Ούτε ίσως να έγινε για κάποιον λόγο που λένε…
Δηλαδή ήρθε ο κορονοϊός, έγινε παγκόσμια καραντίνα για να μείνω εγώ με τον γιο μου!!??
Ναι… Και ίσως μαγειρεύοντας βρούμε και το φάρμακο για τον κορονοϊό και γίνουμε και ζάπλουτοι.
Ό,τι καλύτερο μπορούσε να μου τύχει τελικά, θείο δώρο μέσα στην απύθμενη γκαντεμιά των ημερών. Θα σας πω γιατί ήταν δώρο ζωής αυτό.
Οι γονείς είναι συνήθως ενοχικοί για το αν έκαναν το σωστό στην ανατροφή των παιδιών τους. Δεν είναι ποτέ σίγουροι. Εκτός ίσως από κάποια φιλάρεσκα ζώα που νομίζουν ότι επιτέλεσαν έργο πληρώνοντας ανατροφή και σπουδές και ταξίδια και ανέσεις κ.λπ. στα παιδιά τους ή από κάποια κτήνη που τα μεγάλωσαν με θυμό, βία ή εγκατάλειψη.
Ένα πράγμα που σε κυνηγάει είναι αν έδωσες όλον τον χρόνο που χρειάζεται το παιδί με τον γονιό ή αν τρέχοντας σαν τρελός στην επαγγελματική σου ζωή το είδες ξαφνικά μια μέρα μεγαλωμένο, με μούσι και με τρίχες να σου αμφισβητεί τα πάντα, μέσα σε μια εφηβεία που εκρήγνυται χωρίς προειδοποίηση σαν απασφαλισμένη χειροβομβίδα.
Και αναρωτιέσαι αν τελικά ήξερες το παιδί σου. Και όλα όσα κάνει έχουν σχέση με σένα. Και βάρδα μην είναι και τίποτε άσχημα κουσούρια. Αιώνια κόλαση ζεις.
Για να το πάω όμως ανάποδα.
Εγώ στη ζωή μου αισθάνομαι να έχω μία μεγάλη ψυχολογική τρύπα. Από τη μεριά του γιου, όχι του πατέρα. Ποια; Δεν έκανα ποτέ τις κουβέντες εκείνες με τους γονείς μου που θα με έκαναν να μάθω ποιοι πραγματικά είναι, ποιες είναι οι ιστορίες τους, τα παιδικά τους χρόνια, οι επιτυχίες και οι αποτυχίες τους, οι λεπτομέρειες των ζωών τους που λόγω πολέμου τις έζησαν στα άκρα των αισθήσεων. Μέχρι θανατικές ποινές υπάρχουν στο ποινικό μητρώο της οικογένειας και εγώ τα ξέρω αχνά, λειψά, ανάπηρα θα έλεγα, με δέκα φράσεις σα να ‘ναι μια περίληψη ενός βιβλίου όπως περιγράφεται στο οπισθόφυλλό του.
Και κυρίως τη ζωή του πατέρα μου θα ‘θελα να ξέρω καλύτερα.
Η μάνα που ήταν μαζί μου από μικρό όλη τη μέρα μού έλεγε με αρκετά δραματικό στόμφο βέβαια (έτσι ήταν τότε..) τα δικά της, τη ζωή της και κυρίως τους πόνους της, όπως οι μανάδες στις παλιές ελληνικές ταινίες. Πονεμένοι και φοβισμένοι άνθρωποι που τους κυνηγούσαν ακόμη τα φαντάσματα του πολέμου και της μετεμφυλιακής Ελλάδας που έζησαν και της οικονομικής ανέχειας που βίωναν.
Ο πατέρας μου δεν μιλούσε πολύ. Όταν τον ρώταγα για τον πόλεμο, το αντάρτικο, δε μου απαντούσε, σαν να ‘θελε να ξεχάσει. “Αν σκότωσα κάποιον στα βουνά με ρωτάς”, μου απαντούσε. “Άσε με αγόρι μου, πού να ξέρω πού πήγαν οι σφαίρες. Οι Ιταλοί που είχαμε αιχμαλώτους ήταν καλοί άνθρωποι. Μάγειρες, τσαγκάρηδες, μας βοηθούσαν. Οι Γερμανοί.. άσε… Τους πήρα το καλύτερο λυκόσκυλο σε μια ενέδρα, τον Λούπο. Τον κρατήσαμε χρόνια”.
Δεν έμαθα πολλά. Έλεγα ότι θα τον βάλω κάτω μια μέρα στα γεράματά του να μου τα πει όλα, να τα γράψω και βιβλίο. Τα καλά και τα κακά μιας γενιάς που μεγάλωσε μέσα σε μια πενταετή αιματηρή καραντίνα στη Κατοχή. Και μετά στον Εμφύλιο. Και ανέβαλα και έλειπα και σπούδαζα και διασκέδαζα και έκανα διακοπές. Και εκεί που έκανα διακοπές έμαθα ξαφνικά απ’ το τηλέφωνο ότι ο πατέρας μου δεν θα προλάβαινε να γεράσει και δεν θα ξαναμιλήσουμε ποτέ.
Όταν ηρέμησα και τελείωσε το εσωτερικό πένθος, άρχισα να το ξανασκέφτομαι. Είχα τη λύση. Ο αδελφός μου. 15 χρόνια μεγαλύτερός μου, τα ‘χε ζήσει σχεδόν όλα τα της οικογένειας. Τους ήξερε καλύτερα. Ήταν και πιο ενσυνείδητο παιδί από μένα. Πιο κοντά στη μάνα μας. Πιο γλυκός, πιο ήρεμος. Θα μου τα ‘λεγε αυτός μια μέρα, τα ήξερε.
Το άφηνα. Νέος άνθρωπος ήταν, στο φινάλε. Είχαμε χρόνια μπροστά μας. Ναι. Πάντα έχουμε χρόνια μπροστά μας νομίζουμε. Πάντα. Αλλά να που πάλι δεν είχαμε όμως χρόνο ούτε με τον αδελφό μου. Του μίλαγα τελικά μόνος μου μέσα στην εκκλησία πριν έρθουν οι άλλοι άνθρωποι και τα παιδιά του. Ο χειρότερος μονόλογος στη ζωή μου. Το πένθος που έρχεται όταν ξεπερνιέται η…. παλαιότητα και η επετηρίδα μάλλον δεν ξεπερνιέται ποτέ.
Η μάνα μετά και απ’ αυτό δεν ήταν να τη ρωτάς τίποτα. Τι να ρωτήσω και τι να θυμίσω και τι να μου πει ένα μυαλό που πυρακτώθηκε και δεν μπόρεσε ποτέ να σβήσει…
Αυτά με τα βαριά της προσωπικής μου υπόθεσης. Πάντα πίστευα ότι είχα πολύ χρόνο… Είχα την εντύπωση πως ο χρόνος είναι ατελείωτος σαν μαθηματική εξίσωση. Απέραντος.
Με τα παιδιά πιο δύσκολα βρίσκεσαι πολλή ώρα μαζί. Λίγο είναι που τρέχεις, ζεις, δουλεύεις σαν να ‘σαι πάνω σε ποδήλατο και φοβάσαι μη σταματήσεις και πέσεις, λίγο ότι πια τα παιδιά έχουν εξοντωτικά προγράμματα και τα στέλνουμε σαν τηλεκατευθυνόμενα drones σε μαθήματα, κολύμπια, ξένες γλώσσες, φροντιστήρια, μπάσκετ, ποδόσφαιρα, στίβο, πολύ δύσκολα βρίσκεις χρόνο για cool κουβέντα, που λένε… Για να γνωριστούμε καλύτερα. Πιο πολύ φαντάζεσαι ποιο είναι το παιδί σου παρά το ξέρεις τελικά.
Και ήρθε ο κορονοϊός. Και μέσα στην καταστροφή και κυρίως τον φόβο του μετά (αυτό φοβάμαι, όχι τον ιό. Αυτόν για έναν περίεργο λόγο δεν τον φοβήθηκα ούτε δευτερόλεπτο με έναν αλλόκοτο τρόπο. Ίσως γιατί υποφέρω από το σύνδρομο του… απέραντου χρόνου!!) μου έτυχε αυτό το ωραίο δώρο!.
Εγώ με τον υιό (ένα γράμμα πόση διαφορά κάνει!) μου 35 μέρες (και μέτρα…) 24 ώρες τη μέρα μαζί.
Αυτές τις μέρες έζησα συμπυκνωμένα πολλά από αυτά που έχασα, τον έμαθα καλύτερα, τον είδα καλύτερα, έμαθα φόβους του, αδυναμίες του, τα καλά του, το χιούμορ του… πολλά. Περνάγαμε έναν μήνα το καλοκαίρι μαζί τα τελευταία χρόνια, αλλά δεν έχει καμία σχέση με αυτό. Εκεί κωλοβαράγαμε όλη μέρα. Παιδικές χαρές. Καλά βέβαια.
Τώρα μου ήρθε ότι εγώ με τους γονείς μου δεν πήγα ποτέ διακοπές. Δεν πήγαιναν τότε, και σίγουρα δεν πήγαιναν όσοι έπρεπε να δουλεύουν 365 μέρες τον χρόνο, όπως ο πατέρας μου το ταξί. Έφευγε το πρωί για δουλειά και γύρναγε το βράδυ, κουβαλώντας μου σχεδόν πάντα μια πάστα σοκολατίνα.
Το αναγκαστικό κλείσιμο γυμνώνει χαρακτήρες, σε στέλνει σε ένα περίεργο ψυχολογικό καθρέφτη, δείχνει όσα δεν έβλεπες όχι μόνο στους άλλους αλλά και στον εαυτό σου. Σε μένα βγήκε και λίγο στραβά ίσως. Πιο πολύ έκοψα ανθρώπους βλέποντας συμπεριφορές γελοίες και κυρίως απελπισμένες για λίγη προσοχή και likes στα social media, παρά αγάπησα καινούριους. Εκτίμησα κάποιους γραφιάδες βέβαια, που πριν δεν τους πρόσεχα, που δεν έγραψαν ηλίθιες κοινοτυπίες, ιατρικές παραινέσεις και φιλάνθρωπες τύπου ευαισθησίες, αλλά ωραίες και ψύχραιμες και έξυπνες απόψεις που δείχνουν ότι η Ελλάδα επιτέλους αλλάζει. Και αυτό το βασανιστικό εκκρεμές που ζούμε διακόσια χρόνια τώρα, δείχνει πάλι Δύση. Τώρα φαίνεται πόσο ανόητα θύματα λαϊκισμού ήμασταν και πόσο μακρυά στο παρελθόν φαίνεται θαμμένο αυτό που ζήσαμε τα τελευταία χρόνια.
Μια χαρά τον είδα τον πιτσιρικά μέσα στο στρίμωγμα, σαλόνι – κρεβατοκάμαρα. Ελπίζω και αυτός να χάρηκε με την… επαναγνωριμία. Και αγαπηθήκαμε και γελάσαμε και… τσακωθήκαμε!
Μα δεν γίνεται αυτό! Όποτε πίνει νερό ή γάλα παίρνει κι άλλο ποτήρι. Σαν το παραμύθι του Χάνσελ και της Γκρέτελ είναι…Τα αφήνει παντού μήπως και χάσει τον δρόμο. Και διψάει και συνέχεια! Και εγώ κυνηγάω 15 ορφανά, παρατημένα παντού ποτήρια σαν γκαρσόνι σε παραλιακή ταβέρνα τον Δεκαπενταύγουστο.
Και σλιπάκια. Και κάλτσες. Και t-shirt που τα έχει πεταμένα σε σωρό, σαν τα μαγαζιά που αγοράζεις ρούχα με το κιλό. Βάλαμε μια πειθαρχία στη συγκατοίκηση δύο ανδρών. Όπως πρέπει να ‘ναι. Όχι και πολύ ισότιμα βέβαια, αλλά τουλάχιστον κουβαλάει πια τα πιάτα για το φαγητό απ’ την κουζίνα στο σαλόνι και πάλι πίσω. Και τα άπλυτα αλλού και τα πλυμένα στη ντουλάπα..
Και βλέπουμε τις ίδιες σειρές και τις ίδιες ταινίες χωρίς να κάνω μεγάλες… ποιοτικές παραχωρήσεις. Βρισκόμαστε στο γούστο. Και λέμε μαλακίες και ανέκδοτα μαύρα και κυρίως politically incorect και γελάμε και ανταλλάσσουμε και απόψεις. Και για πολιτική. Και για Τσίπρα. Και για Κυριάκο. Και για οικονομικά προβλήματα. Και για τη ζωή που ζήσαμε και δεν την θυμάται λόγω ηλικίας… Αμέ!
Το βλέπω όμως να ‘ρχεται με τις απόψεις. Είναι έτοιμος να τα ξέρει ΟΛΑ σε λίγο! Όπως όλοι μας στα 15-22 περίπου. Έχω κάνα δυο χρόνια ακόμη να λέω καμιά πειστική άποψη και να τον ψήνω. Άλλωστε στα παιδιά καλύτερα να δείχνεις με τη δική σου ζωή εσύ, παρά να λες. Σε βαριούνται σε ρόλο ηθικολόγου κήρυκα, απ’ το ένα μπαίνει κι απ’ το άλλο βγαίνει. Την αναμένω ψύχραιμα αυτή την ταχεία αμαξοστοιχία της εφηβείας να έλθει.
Εκεί στα 15 και εγώ έφαγα το μοναδικό χαστούκι από τον πατέρα μου και τελικά το χάρηκα κιόλας. Όποτε το θυμάμαι ή το λέω, γελάω. Τι του είπα του ανθρώπου! Του γύρισε το μάτι στο τραπέζι που τρώγαμε..
Με κοροϊδεύει στο τρέξιμο που αντέχει περισσότερο, τον κοροϊδεύω στη γυμναστική που νόμιζε με ένα περίεργο στυλ, τύπου κατεβάζω κεφάλι προς το πάτωμα, ότι έκανε και push ups.
Αλλά ξέρει και περισσότερα από μένα σε πολλά πράγματα έστω κι αν πρόκειται για Google. Όποτε ξεκινάμε μια σειρά, την άλλη μέρα μαθαίνω όλο το curiculum vitae των πρωταγωνιστών, σκηνοθετών, σεναριογράφων. Και το budget.
Και κατάλαβα ότι είναι και παιδάκι που του αρέσει να του τρίβω το κεφάλι και να του ξύνω την πλάτη. Έτσι θυμάμαι μου άρεσε και μένα.
Όχι ότι είμαστε και όλη την ώρα μαζί βέβαια. Κυρίως είναι με το Call of duty και τους φίλους του, το λάπτοπ και το τηλέφωνο, με χρήση σχεδόν πάντα των δύο εξ αυτών ταυτοχρόνως.
Τότε περιέργως τον πιάνει και η κουφαμάρα όταν τον φωνάζω για φαγητό ή για βόλτα. Και μετά από 7-8 “έρχομαι” σε 15-20 λεπτά με ακούει. Οι κοινές ώρες μας είναι οι βραδινές, όπως συμβαίνει σε όλες τις αντρικές παρέες. Και κυρίως εργένηδων. Όπου πίνει ο ένας όμως.
Για να ανοιχτεί ένα παιδί και χρόνο θέλει και να μπεις στον δικό του κόσμο. Στρείδια γίνονται αν πας απότομα και βιαστικά να μάθεις. Λέμε ό,τι κάτσει. Όταν είσαι όμως κλεισμένος τόσο καιρό, βλέπεις και ακούς άλλα πράγματα. Βγαίνει φυσικά.
Μόνο που για γυναίκες δεν λέμε και πολλά. Μόνο ποιες μας αρέσουν στην τηλεόραση. Και γιατί…. μοιάζουμε μάλλον στα γούστα. Εντάξει δεν έχουν και συγκλονιστική ερωτική ζωή στα 12. Τα αγόρια εννοώ. Γιατί τα συνομήλικα κορίτσια έχουν μπει στην κάψουλα του χρόνου και έχουν πάει 4-5 χρόνια μπροστά. Δες τι φοράνε για να το καταλάβεις.
Πάντως έτοιμοι είναι να σου κάνουν μήνυση για παραβίαση των προσωπικών τους δεδομένων, αν θελήσεις να ρωτήσεις τι και σε ποιον γράφουν!
Εγώ έτσι το ‘ζησα, έτσι το γράφω, που λέγαμε κάποτε (γραφικό πια…)
Δεν είναι τίποτα συγκλονιστικό τα παραπάνω, μια κανονικότητα, μια ρουτίνα βαρετή και χαριτωμένη ταυτόχρονα θα λεγες υπό άλλες συνθήκες. Που ζούμε όλοι. Και όμως ο εγκλεισμός των δυο μας, της δίνει άλλο χαρακτήρα και μεταφυσικό ακόμη. Έτυχε αυτό που δεν πίστευες ότι θα μπορούσε να μας συμβεί.
Οι μέρες της χολέρας μας βρήκαν μαζί. Και δεν το θελήσαμε να γίνει αλλιώς, ούτε να το αλλάξουμε. Ξεφεύγει απ’ το καθημερινό και καταγράφεται στο προσωπικό μας διήγημα, σαν ένα κεφάλαιο αξέχαστο για πολλούς λόγους. Κάτι σαν να πήγαμε στη ζούγκλα της Γουατεμάλας ή να διασχίσαμε την Αμερική με μηχανές. Αυτά δεν τα έχω ξεχάσει. Αλλιώς θα το διαβάσει αυτός βέβαια το βιβλίο αυτό και αλλιώς εγώ. Αλλά όπως και να ‘ναι, θα είναι το πρώτο δικό μας, έστω και αδημοσίευτο, best seller.
Kαι παρότι δεν θα είμαστε οικογενειακά έξω από μια εκκλησία όπως κάνουμε τόσες εκατονταετίες όλοι μας σε αυτόν τον τόπο, αλλά οι δυο μας μπροστά σε μια τηλεόραση, ξέρω -όπως ξέρετε και ΟΛΟΙ εσείς που είσαστε είτε με οικογένεια είτε μόνοι είτε με αυτόν/ην που αγαπάτε, μακριά ίσως από γονείς ή παιδιά- ότι φέτος θα κάνουμε ίσως την πιο φορτισμένη συγκινησιακά Ανάσταση. Και η αγκαλιά θα έχει άλλο νόημα.
Σε καλό να μας βγει, και προσωπικά και σαν χώρα. Καιρός είναι. Κάπου το βλέπω κιόλας μεσοπρόθεσμα. Δεν ξέρω αν οι έσχατοι έσονται πρώτοι στη γειτονιά μας αλλά σίγουρα κανένας πια δεν μας έχει για τελευταίους. Παράδειγμα δώσαμε όλοι μας.
Καλή Ανάσταση.