Η Ρένια Λουιζίδου μίλησε στο Lifo.gr και την Αργυρώ Μποζώνη και έκανε μια αναδρομή στην τηλεοπτική της καριέρα αλλά και τον ρόλο της ως μητέρα.

«Βρέθηκα στα είκοσι ένα μου στο Παρκ, με τη φόρα της ηλικίας που δεν μαζευόταν από πουθενά.

Ο Φασουλής δεν μου έκανε καν οντισιόν, ήμουν με την υπογραφή της Ξένιας και βρέθηκα σε έναν θίασο μαζί με τον Φέρτη, τον Χρυσομάλλη, τη Μίρκα Παπακωνσταντίνου, τον Μπέζο, τον Σπύρο Παπαδόπουλο, τη Δήμητρα Παπαδοπούλου, τον Βλάση Μπονάτσο.

Πέντε μέρες πριν από την πρεμιέρα ο Φέρτης –που είναι μία από τις σπάνιες περιπτώσεις με τόσο χιούμορ και αυτοσαρκασμό στο θέατρο‒ εγκατέλειψε το νούμερο που έκανε λέγοντας «αυτό θέλει έναν κωμικό, δεν θέλει εμένα. Το έδωσαν στον Μπέζο και δοκίμασαν κι εμένα μαζί του.

Εγώ ήθελα να πεθάνω, βρέθηκα να έχω νούμερο από κει που δεν ήξερα πώς πάνε στο ρημαδομικρόφωνο. Αν δεν ήταν ο Μπέζος, που μου έκανε ενέσεις θάρρους ‒αν κάποιος αισθανθεί την αυτοπεποίθησή του κλονισμένη, να πιει έναν καφέ με τον Μπέζο‒, δεν ξέρω αν θα είχα βγει στη σκηνή. Και έτσι ξεκινήσαν όλα», εξομολογήθηκε.

Και συνέχισε: «Εκεί γνωριστήκαμε με τη Δήμητρα Παπαδοπούλου, εκεί γεννήθηκε η ιδέα των «Απαράδεκτων», γνώρισα αυτούς τους ανθρώπους και η Μίρκα με πήρε κάτω από τη φτερούγα της, έγινε και θεατρική μου μαμά, κατάλαβα τον χώρο μέσα από τα μάτια της.

Η κωμωδία ήταν κάτι που δεν ήξερα να κάνω και έπρεπε να το βρω στη διαδικασία. Ο κόσμος γνώριζε αυτή μου την πλευρά, αλλά εγώ γνώριζα και την υπόλοιπη και ήξερα ότι ενδεχομένως να ήταν αλλού το καλύτερό μου από αυτό που έτυχε και βρέθηκε στον δρόμο μου.

Όλες αυτές οι τηλεοπτικές επιτυχίες, και οι «Απαράδεκτοι» και το «Και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή» και το «Καφέ της Χαράς», όπου έπαιζα μια ανύπαντρη μητέρα, κάτι πολύ τολμηρό τότε στην τηλεόραση, την ώρα που συνέβαιναν «φάγανε πολύ ξύλο», ήταν «προχειράντζες», εμείς «τηλεοπτικάντζες» κ.λπ.

Με τον χρόνο έγιναν καλτ, αλλά τότε έπαιρνες μαζί με αυτά κι εσύ ένα ποσοστό καχυποψίας.

Δεν μου άφησε καμιά πικρία αυτό, είναι απόλυτα κατανοητό και αναμενόμενο. Θα άλλαζε κάποτε και έχει αλλάξει σήμερα. Σε ό,τι με αφορά, ήταν άλλο ένα πράγμα που έπρεπε να σπάσω, άλλοτε βήμα-βήμα, άλλοτε κάνοντας σλάλομ ανάμεσα στη θεατρική και την τηλεοπτική μου πορεία».

Για την μητρότητα αποκάλυψε: «Ήθελα να κάνω ένα παιδί, έκανα δυο αποβολές και ταλαιπωρήθηκα ψυχολογικά πριν γεννηθεί ο Βίκτωρας. Ήθελα να κάνω οικογένεια, ήθελα να έχω έναν άλλο πυρήνα δικό μου, να βάλω άλλα πράγματα σε προτεραιότητα, δεν ήθελα να με απορροφήσει νευρασθενικά το θέατρο.

Έτσι οπλίστηκα με ψυχραιμία απέναντι στην καριέρα μου. Βέβαια, το αν θα έκανα παιδί ή όχι, εξαρτιόταν από το αν θα έβρισκα τον άνθρωπο με τον οποίο θα ήθελα να το κάνω. Αν ήμουν σήμερα είκοσι χρονών με την προοπτική αυτού του κόσμου μπροστά μου, δεν θα έκανα παιδί.

Δηλαδή σε τι κόσμο φέρνεις ένα παιδί είναι το πρώτο που πρέπει να αναρωτηθεί ένας άνθρωπος σήμερα. Στις γυναίκες ασκείται μια πίεση που στην πορεία καταλαβαίνεις ότι δεν σταματά ποτέ και πουθενά. Πότε θα παντρευτείς, πότε θα κάνεις παιδί, πότε θα κάνεις και δεύτερο, πότε το παιδί σου θα γίνει όπως οι άλλοι το φαντάζονται.

Το ότι ρωτούν γιατί μια γυναίκα δεν έχει παιδί είναι η κορυφή της αδιακρισίας, δεν είναι καν αποδεκτό το ότι δεν μπορείς, πόσο μάλλον το να μη θέλεις.

Η κοινωνία δεν ξέρει τι θέλει, ξέρει μόνο να πιέζει. Η δική μου περίπτωση δεν είναι τέτοια, αλλά πέρασα μεγάλο φόβο και οι αποβολές ήταν αρκετές για να με τρομάξουν να μην κάνω δεύτερο και τρίτο, έπαθα θυρεοειδή από το στρες».