Στημένη από τις 9 μπροστά στην τηλεόραση, περίμενα κι εγώ το μεγάλο αφιέρωμα στον Γιώργο Μαζωνάκη.
Στον Γιώργο που, όπως για τόσο πολύ κόσμο, υπήρξε κι ένα κομμάτι της δικής μου ζωής. Ήταν εκεί στις χαρές, στις δύσκολες στιγμές, σε εκείνα τα βράδια που ήθελες απλώς να βάλεις ένα τραγούδι δυνατά και να αφήσεις για λίγο όλα τα υπόλοιπα στην άκρη.
Και ήταν όλοι εξαιρετικοί.
Η Έλενα Παπαρίζου, ο Χρήστος Μάστορας, ο Πάνος Μουζουράκης. Η ξεχωριστή παρέα που βρέθηκε στη σκηνή, ο Στέλιος Διονυσίου, ο Νίκος Βουρλιώτης, η Κατερίνα Στανίση, η Πίτσα Παπαδοπούλου, ο APON, ο Γιώργος Λιανός, η Πάολα.
Όλοι τραγούδησαν τις μεγάλες επιτυχίες του Γιώργου Μαζωνάκη.
Με εξαιρετικές φωνές, με σεβασμό, με συναίσθημα.
Αλλά κάτι έλειπε.
Και αυτό το κάτι, δυστυχώς, θα λείπει πάντα. Γιατί λείπει ο Γιώργος.
Ακούγοντας τα τραγούδια το ένα μετά το άλλο, αυτή η απουσία γινόταν ακόμη πιο αισθητή. Οι ερμηνείες ήταν άρτιες. Οι φωνές σπουδαίες. Κι όμως, σε κάποια σημεία ένιωθες σαν να είχε χαθεί κάτι από το ίδιο το συναίσθημα των τραγουδιών.
Όχι επειδή κάποιος δεν τα είπε καλά. Αλλά επειδή η φωνή του Μαζωνάκη ήταν κάτι περισσότερο από μια τεχνικά άρτια, σωστά τοποθετημένη φωνή.
Ήταν ένας ολόκληρος συγκερασμός συναισθημάτων και χρωματισμών. Άλλοτε βαριά και σχεδόν σκοτεινή, άλλοτε πιο ανάλαφρη, γεμάτη παιχνιδίσματα, πάθος, λαϊκότητα και μια περίεργη ευαισθησία που μπορούσε να εμφανιστεί εκεί που δεν την περίμενες.
Έπαιρνε τα τραγούδια και τα έκανε δικά του, αφήνοντας πάνω τους μια «σφραγίδα» ανεξίτηλη, που κανείς άλλος δεν μπορεί — κι ούτε θα μπορέσει ποτέ — να ξεπατικώσει. Κι αυτό, αν μη τι άλλο, λίγοι μπορούν να καμωθούν πως το κατάφεραν. Το πάνθεον, άλλωστε, δεν είχε ποτέ πολλές θέσεις. Κι αυτές που είχε, ήταν για λίγους.
Όχι, δεν πρόκειται για έναν εγκωμιασμό μετά θάνατον. Είναι απλώς η πιο ψυχρή συνειδητοποίηση που άφησε πίσω της αυτή η βραδιά… Το ελληνικό τραγούδι δέχτηκε ένα από τα πιο άγρια χτυπήματα των τελευταίων χρόνων. Μια πληγή που δεν καλύπτεται εύκολα.
Η «τρέλα» του ήταν τελικά η ελευθερία του
Βέβαια, αυτό που αγαπήσαμε στον Γιώργο Μαζωνάκη δεν ήταν μόνο η καλλιτεχνική του υπόσταση.
Ήταν και αυτή η ανυπότακτη «τρέλα» του. Η ελευθερία του. Το «έλα γ@μώ την π@να μου» που μπορούσε μέσα σε δευτερόλεπτα να τα κάνει όλα «όπα». Η αίσθηση ότι δεν χρειάζεται να απολογείσαι για αυτό που είσαι.
Φορούσε ό,τι ήθελε. Έκανε αυτό που ήθελε. Έπαιζε με την εικόνα του, άλλαζε, προκαλούσε, γελούσε, αυτοσαρκαζόταν. Και πάνω απ’ όλα έμοιαζε να διεκδικεί τη ζωή με τους δικούς του όρους.

Και αυτό δεν είναι, άραγε, ο πυρηνικός σκοπός τελικά ενός καλλιτέχνη;
Να μη σου δίνει μόνο τραγούδια. Να σε πηγαίνει λίγο παραπέρα.
Μέσα από τη διαδρομή του και την προσωπικότητά του να σου ανοίγει έναν καινούργιο δρόμο. Να σε βάζει στο τρυπάκι να αλλάξεις, να τολμήσεις, να μη χωρέσεις εκεί που οι άλλοι αποφάσισαν ότι πρέπει να χωρέσεις.
Να σε εμπνεύσει.
«Τη ζωή μου στα μάτια κοιτάω και πολλά παραπάνω ζητάω», λέει ένας στίχος που τραγούδησε.
Και, αν μη τι άλλο, ο Γιώργος Μαζωνάκης μάς έδωσε πολλές φορές αυτή τη μικρή σπρωξιά που χρειαζόμασταν για να κοιτάξουμε κι εμείς τη δική μας ζωή λίγο πιο κατάματα.
Να είμαστε περισσότερο ο εαυτός μας.

Και να αφήσουμε, έστω για λίγο, να σκάσει αυτή η φωνή μέσα στο κεφάλι μας που κουβαλάει όλα τα «πρέπει» των άλλων.
Ίσως γι’ αυτό, τελικά, το αφιέρωμα του Σαββάτου είχε αυτή την παράξενη αίσθηση.
Ήταν όλοι εκεί. Τα τραγούδια ήταν εκεί.
Αλλά έλειπε ο Γιώργος...

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ