Το καλοκαίρι κάποτε μετριόταν διαφορετικά. Με μπάνια που κρατούσαν μέχρι να δύσει ο ήλιος, με ραντεβού που δίνονταν από το πρωί και ίσχυαν μέχρι το βράδυ, με χάρτινους χάρτες στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου και με εκείνο το γνώριμο «πάρε με όταν φτάσεις» που σήμαινε συνήθως ένα τηλεφώνημα από το σταθερό του ξενοδοχείου ή του εξοχικού.
Δεν υπήρχε η ανάγκη να γνωρίζουμε κάθε στιγμή πού βρίσκονται οι φίλοι μας, τι καιρό θα κάνει ανά ώρα ή ποιο εστιατόριο έχει την καλύτερη βαθμολογία. Οι πληροφορίες ήταν λιγότερες, αλλά η περιέργεια μεγαλύτερη. Και κάπως έτσι, οι διακοπές είχαν περισσότερο χώρο για το απρόβλεπτο.

Τα ραντεβού ήταν πραγματικά ραντεβού
Το «στις οκτώ στην πλατεία» είχε μια βαρύτητα που σήμερα δύσκολα καταλαβαίνουμε. Δεν υπήρχε live location, ούτε μήνυμα της τελευταίας στιγμής για αλλαγή σχεδίου. Αν κάποιος αργούσε, περίμενες. Αν δεν εμφανιζόταν, το μάθαινες αργότερα.
Οι παρέες οργανώνονταν με έναν σχεδόν αναλογικό τρόπο. Ένα τηλεφώνημα, μια συνεννόηση από την προηγούμενη ημέρα και μετά… εμπιστοσύνη.
Το ίδιο συνέβαινε και με τις διαδρομές. Ρωτούσες έναν ντόπιο πώς θα πας στην παραλία, ακολουθούσες πινακίδες, έκανες λάθος στροφή και πολλές φορές κατέληγες κάπου πολύ καλύτερα από εκεί που είχες αρχικά σχεδιάσει.
Η χαμένη διαδρομή δεν ήταν αποτυχία του GPS. Ήταν μέρος της εκδρομής.

Οι φωτογραφίες ήταν λιγότερες, αλλά τις περιμέναμε περισσότερο
Η φωτογραφική μηχανή είχε περιορισμένο φιλμ και αυτό άλλαζε εντελώς τη σχέση μας με την εικόνα. Δεν φωτογραφίζαμε κάθε πιάτο, κάθε ηλιοβασίλεμα και κάθε βουτιά.
Διαλέγαμε τη στιγμή.
Και μετά περιμέναμε.
Μπορεί να περνούσαν ημέρες μέχρι να εμφανιστούν οι φωτογραφίες και τότε ανακαλύπταμε αν βγήκαμε θολοί, αν κάποιος είχε κλείσει τα μάτια ή αν το δάχτυλο είχε καλύψει τη μισή λήψη.
Παρά τις ατέλειές τους, αυτές οι εικόνες είχαν κάτι που σήμερα σπανίζει: δεν είχαν δημιουργηθεί για να τις δουν όλοι. Είχαν δημιουργηθεί για να θυμόμαστε εμείς.
Η βαρεμάρα ήταν μέρος των διακοπών
Σήμερα, η παραμικρή στιγμή αναμονής γεμίζει σχεδόν αυτόματα με scrolling. Τότε, η βαρεμάρα είχε δικαίωμα ύπαρξης.
Περίμενες το πλοίο κοιτάζοντας τον κόσμο γύρω σου. Καθόσουν στο μπαλκόνι χωρίς να κάνεις τίποτα συγκεκριμένο. Έπαιζες χαρτιά, τάβλι ή ρακέτες, διάβαζες το ίδιο περιοδικό ξανά και ξανά ή απλώς άκουγες μουσική.
Και κάπου μέσα σε αυτή την «άδεια» ώρα γεννιούνταν συζητήσεις, παρέες, φλερτ και ιδέες.
Οι διακοπές δεν ήταν γεμάτες δραστηριότητες. Είχαν κενά. Και αυτά τα κενά ήταν συχνά το καλύτερο κομμάτι τους.

Το soundtrack του καλοκαιριού δεν το επέλεγε αλγόριθμος
Μια κασέτα, ένα CD, ένα φορητό ραδιοφωνάκι ή το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου αρκούσαν για να αποκτήσει ένα καλοκαίρι το δικό του soundtrack.
Τα τραγούδια δεν άλλαζαν επειδή κάποιο app αποφάσιζε ότι «ίσως σου αρέσει» κάτι άλλο. Ακούγαμε ξανά και ξανά τα ίδια κομμάτια, μέχρι να συνδεθούν για πάντα με έναν δρόμο, μια παραλία ή έναν άνθρωπο.
Κάπως έτσι γεννιούνταν τα «τραγούδια εκείνου του καλοκαιριού».
Οι γνωριμίες ξεκινούσαν χωρίς follow
Ένα καλοκαιρινό φλερτ μπορούσε να αρχίσει επειδή δύο παρέες κάθονταν σε διπλανά τραπέζια, επειδή κάποιος ζήτησε φωτιά ή επειδή συναντηθήκατε τρεις ημέρες στη σειρά στην ίδια παραλία.
Δεν ήξερες ήδη το επώνυμο, τις φωτογραφίες, τους κοινούς φίλους και τι έκανε πριν από δύο χρόνια.
Έπρεπε να γνωρίσεις τον άλλον από την αρχή.
Και όταν τελείωναν οι διακοπές, αν ήθελες να κρατήσεις επαφή, έγραφες έναν αριθμό τηλεφώνου σε χαρτί. Η πιθανότητα να χαθεί έκανε ίσως τη στιγμή λίγο πιο σημαντική.

Δεν ξέραμε αν το μέρος ήταν «Instagrammable»
Διαλέγαμε την ταβέρνα επειδή μύριζε ωραία όταν περνούσαμε απ’ έξω. Πηγαίναμε σε μια παραλία επειδή μας την πρότεινε κάποιος στο χωριό. Καθόμασταν στο καφενείο επειδή είχε σκιά και άδεια καρέκλα.
Δεν υπήρχαν ratings να ελέγξουμε ούτε εκατοντάδες φωτογραφίες για να ξέρουμε εκ των προτέρων ακριβώς τι θα αντικρίσουμε.
Κάθε μέρος είχε ακόμη τη δυνατότητα να μας εκπλήξει.
Και το βράδυ τελείωνε χωρίς να ανέβει πουθενά
Ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη διαφορά.
Μια πολύ όμορφη βραδιά μπορούσε απλώς να συμβεί και να τελειώσει εκεί. Χωρίς φωτογραφικό άλμπουμ, χωρίς check-in, χωρίς reels την επόμενη ημέρα.
Την ήξεραν όσοι ήταν παρόντες.
Και όταν κάποιος ρωτούσε «πώς περάσατε;», χρειαζόταν πραγματικά να του το διηγηθείς.
Τα smartphones μάς έδωσαν πολλά: ασφάλεια, ευκολία, πρόσβαση στη γνώση, έναν χάρτη για κάθε άγνωστο δρόμο και τη δυνατότητα να κρατάμε κοντά ανθρώπους που βρίσκονται μακριά.
Αλλά το καλοκαίρι πριν από αυτά είχε μια διαφορετική πολυτέλεια: το δικαίωμα να χαθείς για λίγες ώρες χωρίς να χρειάζεται κανείς να ξέρει πού ακριβώς βρίσκεσαι.
Και ίσως γι’ αυτό, όταν θυμόμαστε εκείνες τις διακοπές, δεν θυμόμαστε πόσο καλό ήταν το σήμα.
Θυμόμαστε πόσο λίγο μας ένοιαζε αν υπήρχε.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ