Ένα κομμάτι χαρτί, λίγες βιαστικές λέξεις και η λαχτάρα να φτάσουν στα χέρια ενός αγαπημένου προσώπου. Κάπως έτσι, μέσα στο χιόνι, στο κρύο και στον φόβο του πολέμου, οι Έλληνες στρατιώτες του 1940 προσπαθούσαν να κρατήσουν ζωντανή την επαφή με τους ανθρώπους που είχαν αφήσει πίσω τους.
Η 28η Οκτωβρίου είναι συνδεδεμένη με το ιστορικό «Όχι», τις μάχες και τις θυσίες. Πίσω όμως από τις μεγάλες στιγμές της Ιστορίας κρύβονται χιλιάδες μικρές, προσωπικές ιστορίες. Ιστορίες ανθρώπων που δεν ήξεραν αν θα επέστρεφαν στα σπίτια τους, αν θα ξανάβλεπαν τις γυναίκες τους ή αν θα αγκάλιαζαν ξανά τα παιδιά τους.
Οι επιστολές που διασώθηκαν από το αλβανικό μέτωπο μάς επιτρέπουν να γνωρίσουμε εκείνη την πλευρά του πολέμου που δεν αποτυπώνεται στις στρατιωτικές αναφορές.
«Μόνο εσένα στερούμαι και τα παιδιά» – Το γράμμα του Δημήτρη στη Φανή
Ανάμεσα στα ιστορικά τεκμήρια που έχουν δημοσιευτεί από το αρχείο των εφημερίδων «Το Βήμα» και «Τα Νέα» βρίσκεται και μια συγκινητική επιστολή του αξιωματικού Δημήτριου Ράμφου προς τη Φανή του.
Η άνοιξη είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της, όμως ο ίδιος βρισκόταν ακόμη μακριά από το σπίτι του.
Στο γράμμα του δεν περιγράφει κάποια μεγάλη μάχη. Η σκέψη του ταξιδεύει στα δέντρα, στα χόρτα που μάζευε η γυναίκα του και στις μικρές καθημερινές συνήθειες της οικογένειάς του.
Ο αξιωματικός συνεχίζει απευθυνόμενος στα παιδιά του, τον Άγγελο και τον Ντόντο. Αναφέρεται στη δασκάλα τους και χαίρεται που μαθαίνει ότι την ακούν.
Μια συνηθισμένη οικογενειακή κουβέντα, γραμμένη όμως μέσα στις συνθήκες ενός πολέμου. Ένας πατέρας που, παρά την απόσταση, εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για το σχολείο των παιδιών του. Ένας σύζυγος που επιχειρεί να καθησυχάσει τη γυναίκα του για όσα στερείται.
Κάθε πρόταση μοιάζει με μια προσπάθεια να διατηρηθεί η κανονικότητα, ακόμη κι όταν τίποτα γύρω του δεν είναι κανονικό.

Το γράμμα που έφτασε από την Κρήτη και η απίστευτη σύμπτωση
Μια διαφορετική, εξίσου συγκινητική ιστορία διασώθηκε μέσα από το αρχείο του ιστορικού ερευνητή Κωστή Μαμαλάκη.
Τα Χριστούγεννα του 1940 πλησίαζαν και πολίτες από κάθε γωνιά της Ελλάδας έστελναν δέματα στους στρατιώτες του μετώπου. Μέσα τους έβαζαν τσιγάρα, χρήματα, ζεστά ρούχα και γράμματα εμψύχωσης.
Τα δέματα δεν απευθύνονταν απαραίτητα σε συγκεκριμένο στρατιώτη. Μπορούσαν να καταλήξουν στα χέρια οποιουδήποτε.
Ένα τέτοιο δέμα έστειλε και η Σοφία Ασημιανάκη από την Κρήτη, θέλοντας να προσφέρει λίγη χαρά σε έναν άγνωστο στρατιώτη.
Η μοίρα, ωστόσο, επιφύλασσε μια απίστευτη σύμπτωση.
Το δέμα κατέληξε στον ίδιο της τον αδελφό, τον Εμμανουήλ Ασημιανάκη, που υπηρετούσε στο μέτωπο!
Ο στρατιώτης αναγνώρισε το όνομα της αποστολέως και απάντησε στην αδελφή του, συγκινημένος από το γεγονός ότι η προσφορά της είχε φτάσει τελικά στον ίδιο.
Η αλληλογραφία των δύο αδελφών αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα της συναισθηματικής δύναμης που είχαν αυτές οι μικρές χειρονομίες στα χρόνια του πολέμου.

Ογδόντα έξι χρόνια μετά, τα κιτρινισμένα χαρτιά διατηρούν κάτι που ο χρόνος δεν κατάφερε να σβήσει: την ανάγκη του ανθρώπου να αγαπά, να ελπίζει και να επιστρέφει, έστω και με τη σκέψη, σε εκείνους που τον περιμένουν.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ