Η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου είναι μια διαδρομή που δεν έχει συγκεκριμένο χρόνο ούτε ακολουθεί την ίδια πορεία για όλους. Για τον Αιμίλιο Χειλάκη, η διαχείριση του πένθους μετά τον θάνατο της μητέρας του ήταν μια βαθιά προσωπική διαδικασία, η οποία χρειάστηκε χρόνο μέχρι να οδηγήσει στην αποδοχή της απουσίας της.
Ο ηθοποιός βρέθηκε στην επίσημη πρεμιέρα της παράστασης «Ο θάνατος και η κόρη», όπου τον συνάντησε η κάμερα του Happy Day και ο δημοσιογράφος Δημήτρης Σιδηρόπουλος. Με αφορμή το έργο στο οποίο πρωταγωνιστεί, μίλησε τόσο για τα ερωτήματα που θέτει η θεατρική παράσταση όσο και για τη δική του εμπειρία από την απώλεια, περιγράφοντας τις διαφορετικές φάσεις που βίωσε μέχρι να φτάσει σε μια πιο γλυκιά ανάμνηση της μητέρας του.
Τα ερωτήματα που αφήνει η παράσταση «Ο θάνατος και η κόρη»
Για τον Αιμίλιο Χειλάκη, η συγκεκριμένη παράσταση δεν περιορίζεται σε όσα συμβαίνουν πάνω στη σκηνή. Αντίθετα, επιδιώκει να βάλει τον θεατή σε μια διαδικασία σκέψης, μεταφέροντας τον προβληματισμό και έξω από το θέατρο.
«Στην παράσταση θα έρθεις αντιμέτωπος με ερωτήματα τα οποία θα πρέπει όταν θα πας στο σπίτι σου να τα απαντήσεις. Το βασικό όμως είναι ότι δημιουργεί αυτή η παράσταση όσο και αν να μην το θέλει κάποιος, έναν ενεργό πολίτη», είπε αρχικά ο Αιμίλιος Χειλάκης.
Η απώλεια της μητέρας του και η δύσκολη διαδρομή του πένθους
Σε πιο προσωπικό τόνο, ο Αιμίλιος Χειλάκης μίλησε για τον θάνατο της μητέρας του, αναφερόμενος στον τρόπο με τον οποίο βίωσε την απουσία της. Όπως εξήγησε, η συνειδητοποίηση της απώλειας δεν ήρθε αμέσως, αλλά χρειάστηκε να περάσει ένα μεγάλο διάστημα μέχρι να μπορέσει να συμφιλιωθεί με τη νέα πραγματικότητα.
«Μιλάς σε έναν άνθρωπο ο οποίος είναι Έλληνας και οι Έλληνες είμαστε πενθοφοβικοί.
Είμαι από τους ανθρώπους που έχουν αντίληψη του πένθους και αφήνομαι στο πένθος μου. Περνάς διάφορες φάσεις της απώλειας. Φτάνεις στη φάση του πραγματικού πένθους. Εγώ πέρασα τη φάση της απουσίας πολύ σκληρά γιατί δεν πίστευα ότι έχει φύγει ακόμα. Μου πήρε καιρό για να φτάσω στη φάση της απώλειας, αλλά όλα αυτά είναι τόσο ανθρώπινα και τώρα σου μένει μία γλυκιά ανάμνηση του ανθρώπου που σε γέννησε».