Ο Γιώργος Κακοσαίος παραχώρησε συνέντευξη στην εκπομπή «Καλημέρα είπαμε;» και τη Πέννυ Καβέτσου, μιλώντας για τις σημαντικές επιλογές που καθόρισαν τη ζωή και την καριέρα του.
Ξεκινώντας από την παιδική του ηλικία, εξήγησε ότι η μουσική ήταν πάντα παρούσα στην οικογένεια.
«Όλα τα αδέλφια μου μεγαλώσαμε από μικρά παιδιά με τη μουσική, οπότε ήταν φυσιολογικό για εμάς να γίνουμε όλοι τραγουδιστές», είπε.
«Μάζεψα τα πράγματά μου και…»
Παρά την καλλιτεχνική του κλίση, ο ίδιος είχε άλλο όνειρο: «Ήθελα να γίνω ποδοσφαιριστής και στη συνέχεια τραγουδιστής», αποκάλυψε.
Η στιγμή που άλλαξε τα πάντα ήταν μία βαριά ήττα με την ομάδα του.
«Αποφάσισα να παρατήσω το ποδόσφαιρο όταν με την ομάδα που έπαιζα, έφαγα οκτώ γκολ. Μάζεψα τα πράγματά μου σε ένα σάκο και είπα στην ομάδα ότι “τα παρατάω, πάω στα μπουζούκια”».
«Γράφτηκα σε δραματική σχολή — δεν ήθελα να γίνω ηθοποιός»
Μετά την αποχώρησή του από το ποδόσφαιρο, έκανε μια αναπάντεχη κίνηση.
«Παράτησα το ποδόσφαιρο και γράφτηκα σε μια δραματική σχολή. Δεν ήθελα να γίνω ηθοποιός, ήθελα απλά να έχω ένα χαρτί σε περίπτωση που ασχοληθώ με την τηλεόραση».
Η απόφαση αυτή δεν ήταν εύκολη για τον ίδιο.
«Μου κόστισε πολύ η απόφασή μου να αφήσω το ποδόσφαιρο, δεν ήθελα να βλέπω μπάλα μπροστά μου. Έκανα τέσσερα χρόνια για να ξαναδώ ποδοσφαιρικό αγώνα», είπε.
Η σύγκριση με τον Γιάννη Πλούταρχο και το βάρος του επωνύμου
Ο τραγουδιστής μίλησε ανοιχτά και για το πώς διαχειρίζεται τη διαρκή σύγκριση με τον πατέρα του.
«Ήμουν αποφασισμένος να δουλέψω όσο χρειαστεί για να μπορώ να αντιμετωπίσω τη σύγκριση. Ήξερα ότι θα υπάρχει σύγκριση με τον πατέρα μου. Κάποιες στιγμές που είμαι πεσμένος ψυχολογικά, αναρωτιέμαι γιατί το λένε αυτό».
Παραδέχτηκε επίσης τη βοήθεια που έλαβε όταν ξεκίνησε, αλλά και το σημείο που έπρεπε να σταθεί μόνος του.
«Όταν ξεκίνησα την πορεία μου στο τραγούδι, ο πατέρας μου με στήριξε, με έβαλε μέσα στην ελληνική δισκογραφία, αλλά από εκεί και πέρα ήμουν μόνος μου».
Και κατέληξε σε μια ειλικρινή παραδοχή για το πόσο δύσκολο είναι το επώνυμό του.
«Με το επίθετό μου ήταν δύσκολο να ανοίξουν οι πόρτες του κόσμου και όχι των εταιριών, πρέπει να τους κερδίσω και να μπω στα σπίτια τους».