Σε μια συνέντευξη γεμάτη προσωπικές αποκαλύψεις προχώρησε η Έλενα Μακρή Λυμπέρη στην εκπομπή Buongiorno με τη Φαίη Σκορδά, ανοίγοντας ένα μεγάλο κεφάλαιο της ζωής της – από τα πρώτα της όνειρα μέχρι τις πιο δύσκολες στιγμές που κλήθηκε να διαχειριστεί.
Από νωρίς είχε στραμμένο το ενδιαφέρον της στη δημιουργία, με τη ζωγραφική να είναι η πρώτη της σκέψη, πριν τελικά τη «κερδίσει» ο χώρος της μόδας. Οι συνθήκες, όμως, δεν της επέτρεψαν να ακολουθήσει τη διαδρομή που αρχικά φανταζόταν.
«Πίστευα θα πάω στο εξωτερικό, αλλά έτυχε η αρρώστια του πατέρα μου. Η ζωή μου άλλαξε στα 23. Όταν βλέπω κάτι που αστράφτει το κοιτάζω, φανερώνει τη δύσκολη παιδική ηλικία. Μου λείπει η ξεγνοιασιά. Ποτέ δεν υπήρχε, ούτε στα 5 μου. Ο πατέρας μου έχασε την περιουσία του, αγαπούσε τόσο πολύ τη μητέρα μου που δεν μπόρεσε να της πει ότι τα έχασε όλα».
Παρά τις δυσκολίες, οι γονείς της παρέμειναν ενωμένοι, κάτι που η ίδια θεωρεί καθοριστικό για την αντίληψή της γύρω από τις σχέσεις.
«Οι γονείς μου παρέμειναν μαζί μέχρι το τέλος. Η πίστη είναι πιο σημαντική από την αγάπη. Έχω ζήσει τον μεγάλο έρωτα. Ο Αντώνης Λυμπέρης ήταν ερωτευμένος με μία καλή μου φίλη. Εγώ ήμουν ερωτευμένη με κάποιον άλλον. Με κάλεσαν οι τρεις φίλες μου σε ένα τραπέζι, μου είπαν ότι αποφάσισαν να μου βρουν… άντρα. Μου τον πρότειναν λέγοντας πως είναι καταπληκτικός».
Η πρώτη εντύπωση δεν ήταν καθόλου θετική, καθώς –όπως έχει παραδεχτεί– τον είχε κρίνει αυστηρά. Η συνέχεια, όμως, ανέτρεψε τα δεδομένα.
«Ο Αντώνης ήταν ένας άντρας που είχε πολλές ερωμένες. Αγαπούσε τις γυναίκες. Ζήλευα πάρα πολύ. Μόνο με εκείνον ζήλεψα. Ξέρω ότι με λάτρεψε όπως λίγες γυναίκες λατρευτήκανε. Ήταν ένας ιδιοφυής άνθρωπος στις εκδόσεις, ήταν πρωτοπόρος».
Οι σχέσεις, οι εντάσεις και τα λάθη
Δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στις σχέσεις και τις ισορροπίες στον χώρο των media, αποκαλύπτοντας πτυχές που δεν ήταν πάντα ορατές.
«Ήταν φίλοι οι δυο τους, όταν ήταν ανύπαντροι και οι δύο, αδέσμευτοι. Ήταν ανταγωνιστικοί, σαν τα κοκόρια, δεν ταίριαζαν. Γινόντουσαν μάχες, υπήρχε αντιπαλότητα άνευ λόγου και αιτίας. Άλλοτε έβαζα λάδι στη φωτιά στη σχέση τους και άλλοτε την έσβηνα, ήμουν μικρή. Αυτά έκαναν κακό και στους δύο, τραγικό κακό και στις δύο εταιρίες».
Η πορεία της ζωής της δεν ήταν πάντα ανοδική. Οι κρίσιμες αποφάσεις και η οικονομική πίεση οδήγησαν σε καταστάσεις που τη δοκίμασαν βαθιά.
«Το 2009 μας ήρθε μια τεράστια πρόταση εξαγοράς, του είπα ‘κάν’ το’ και είπε ‘ποιος θα είμαι εγώ χωρίς αυτά;’. Μου είπε ‘εγώ ζω για αυτό, για το γραφείο μου, τους εργαζόμενους μου’. Έδωσε την τελική μάχη, έπεσε και βυθίστηκε μαζί με το καράβι. Γι’ αυτό με πειράζει η λοιδορία που δέχτηκε. Αυτό τον πλήγωσε, αυτό τον ‘σκότωσε’».
Οι συνέπειες αυτής της περιόδου ήταν σκληρές, τόσο σε προσωπικό όσο και σε οικογενειακό επίπεδο.
«Ήρθαν πολύ δύσκολες μέρες, χάθηκαν όλα. Η καθημερινότητα αλλάζει με έναν άντρα κλεισμένο στο σπίτι. Τοξικότητα. Τα δικαστήρια ήταν αμείλικτα. Ένας άνθρωπος που χάνει την επιχείρησή του στην Ελλάδα είναι σαν καταζητούμενος. Έπρεπε να μην υπάρχει, να μην ζει και να μην αναπνέει για πολύ κόσμο. Ξύπνησαν τα ταπεινά ένστικτα του κόσμου και υποβοηθήθηκαν από τα μέσα, ξύπνησε ο φθόνος. Ζήσαμε φρικτά πράγματα, απειλήθηκαν οι ζωές των παιδιών μου. Του είπα ‘θα πάμε μπροστά, θέλω πίσω τη ζωή μου’».
Η αυτοκριτική και το σήμερα
Με ειλικρίνεια στάθηκε και στα δικά της λάθη, αναλαμβάνοντας το μερίδιο ευθύνης που της αναλογεί.
«Ξέρω πάρα πολύ καλά ότι μέσα από τα περιοδικά έχω δημιουργήσει τέρατα και παίρνω την ευθύνη. Δημιούργησα τέρατα αυταρέσκειας, πριμαντονισμού, αταλαντοσύνης, ήταν πεινασμένοι. Έκανε κακό στην εικόνα μου. Δεν με νοιάζει τι θα πουν, δεν με νοιάζει και τι είπαν. Πολλοί ήρθαν και μου ζήτησαν συγγνώμη γι’ αυτά που έγραψαν, τους συγχώρεσα».
Κλείνοντας, έστειλε ένα προσωπικό μήνυμα γεμάτο συναίσθημα, δείχνοντας ότι, παρά όλα όσα έζησε, έχει βρει τη δική της ισορροπία.
«Εκδικήθηκα το παρελθόν μου. Το χόρτασα, είμαι υπερκαλυμμένη. Δεν έχω απωθημένα. Μπορώ να κάτσω τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής μου στον καναπέ να βλέπω MEGA και σίριαλ. Ένα απωθημένο έχω, που δεν τον έχω απέναντί μου να του τα λέω κάθε βράδυ… Αν τον είχα απέναντί μου θα του έλεγα “ευχαριστώ πολύ, αλλά γιατί;”».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ