Ένα σχεδόν άγνωστο κομμάτι της νεότερης ιστορίας έρχεται στο φως, αποκαλύπτοντας πώς η παράδοση κατάφερε να επιβιώσει ακόμη και μέσα στη δίνη του πολέμου. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, Κρητικοί στρατιώτες δεν άφησαν τις κακουχίες του μετώπου να σβήσουν το πνεύμα των ημερών και δημιούργησαν δικά τους πρωτοχρονιάτικα κάλαντα, προσαρμοσμένα στις συνθήκες της εποχής.

Τα λόγια αυτά, γραμμένα από εθελοντή μαχητή, ακούγονταν ανάμεσα σε σκηνές, όπλα και πρόχειρα χαρακώματα, λειτουργώντας σαν μια σιωπηλή υπενθύμιση πατρίδας, ελπίδας και αντοχής. Πρόκειται για ένα σπάνιο ιστορικό τεκμήριο, που έμεινε άγνωστο για περισσότερα από 113 χρόνια και διασώθηκε μέσα από το πολύτιμο αρχείο του Δημητρίου Τσαγκαράκη (1885–1967).

Ο Τσαγκαράκης, δάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Θραψανού, υπήρξε ενεργό μέλος των αγώνων της εποχής. Πολέμησε στους Βαλκανικούς Πολέμους, τραυματίστηκε, συνέχισε τη δράση του στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και συμμετείχε και στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Το προσωπικό του αρχείο, γεμάτο σημειώσεις, μαρτυρίες και χειρόγραφα, φωτίζει μια ανθρώπινη πλευρά της Ιστορίας που συχνά μένει στη σκιά.

«Άγιος Βασίλης έρχεται από τα νέα μέρη,

που λευτερώθηκ’ η Ελλάς με του Θεού το χέρι.

Κι αντί εικόνα και χαρτί που βάσταν’ άλλους χρόνους,

τώρα κρατεί τση λευτεριάς χρυσούς ανθούς και κλώνους».

Όταν οι Κρητικοί στρατιώτες έλεγαν τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα στο μέτωπο των Βαλκανικών Πολέμων

Όπως ανέφερε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Δρ Ιστορίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου Καστελλίου και πρόεδρος Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Μινώα Πεδιάδας Γεώργιος Α. Καλογεράκης, τα χειρόγραφα και συνολικά το αρχείο, διατηρεί σήμερα η κ. Αντωνία Ταβλά, εγγονή του αείμνηστου δασκάλου Δημητρίου Τσαγκαράκη, η οποία εντόπισε μέσα στον «θησαυρό» του παππού της, δύο διαφορετικές εκδοχές των πρωτοχρονιάτικων καλάντων.

«Η καταγραφή που έχουμε, αναφέρει πως τα Χριστούγεννα του 1912 και την Πρωτοχρονιά του 1913, βρίσκουν Κρητικούς στρατιώτες στο μέτωπο. Εκεί, ψάλλουν πρωτοχρονιάτικα κάλαντα με έναν ιδιαίτερο τρόπο, χρησιμοποιώντας λόγια που είχε συντάξει ένας εθελοντής στρατιώτης από το Θραψανό. Τα κάλαντα αυτά, καταγράφηκαν τη δεκαετία του 1920 σε δύο παραλλαγές από τον Δημήτρη Τσαγκαράκη και μέχρι σήμερα παρέμεναν άγνωστα» ανέφερε ο κ. Καλογεράκης, που με ιδιαίτερη συγκίνηση και χαρά όπως είπε, τα άκουσε και πάλι να «ζωντανεύουν» από μαθητές της Στ’ τάξης του Δημοτικού Σχολείου Καστελίου, καθώς αυτά τα κάλαντα έψαλαν -φέτος- στους τοπικούς φορείς.

Όπως ανέφερε ο Δρ Ιστορίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου Καστελλίου και πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Μινώα Πεδιάδας σε ό,τι αφορά το ιστορικό πλαίσιο, τον Σεπτέμβριο του 1912, η Ελλάδα είχε κηρύξει επιστράτευση ενόψει του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, που ξεκίνησε επίσημα τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Επιστράτευση πραγματοποιήθηκε και στην Κρήτη, με τη συμμετοχή όλων όσοι είχαν υπηρετήσει στην Κρητική Πολιτοφυλακή από το 1907 έως το 1912.

Όταν οι Κρητικοί στρατιώτες έλεγαν τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα στο μέτωπο των Βαλκανικών Πολέμων

«Παρά τις απαγορεύσεις των Εγγυητριών Δυνάμεων της Κρητικής Πολιτείας, που περιπολούσαν τα λιμάνια του νησιού για να εμποδίσουν την αναχώρηση των Κρητών στρατιωτών, εκείνοι επιβιβάζονται νύχτα σε ελληνικά πλοία και, με τελική ανοχή των Μεγάλων Δυνάμεων, φτάνουν στον Πειραιά» είπε χαρακτηριστικά , ενώ πρόσθεσε ότι οι πρώτοι Κρητικοί στρατιώτες αποβιβάστηκαν στις 4 Οκτωβρίου 1912 και σταδιακά συγκρότησαν το 1ο Ανεξάρτητο Σύνταγμα Κρητών. Μάλιστα, λόγω έλλειψης οργάνωσης, όπως εξήγησε, στις πρώτες επιχειρήσεις έλαβαν μέρος τέσσερις λόχοι, που αποτελούσαν το 1ο Ανεξάρτητο Τάγμα Κρητών.

«Το Τάγμα αυτό έγραψε ιστορία, καθώς είχε την τιμή να μπει πρώτο και να συμβάλει καθοριστικά στην απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, στις 26 Οκτωβρίου 1912. Διοικητής του ήταν ο ταγματάρχης Γεώργιος Κολοκοτρώνης. Ωστόσο, το τίμημα ήταν βαρύ. Οι απώλειες του 1ου Ανεξάρτητου Τάγματος Κρητών κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου (Οκτώβριος 1912 – Μάρτιος 1913) υπήρξαν συγκλονιστικές. Ο διοικητής του σκοτώθηκε, τρεις από τους τέσσερις λοχαγούς έπεσαν στο πεδίο της μάχης και ο τέταρτος τραυματίστηκε. Σχεδόν όλοι οι αξιωματικοί σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν, ενώ από τους περίπου 1.000 άνδρες του Τάγματος, μόνο 50 έμειναν σώοι μετά το τέλος των μαχών» πρόσθεσε ο κ. Καλογεράκης, που επισήμανε ότι όλη αυτή η ιστορική βάση, καθιστά το εύρημα αυτό όχι απλώς ένα λαογραφικό τεκμήριο, αλλά μια ζωντανή μαρτυρία του πώς η παράδοση, η πίστη και η μνήμη συνόδευαν τους Κρητικούς στρατιώτες ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές του πολέμου — ως λόγος παρηγοριάς, τιμής και ελπίδας για τη λευτεριά.

Όταν οι Κρητικοί στρατιώτες έλεγαν τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα στο μέτωπο των Βαλκανικών Πολέμων

Πρωτοχρονιάτικα Κρητικά Κάλαντα- Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913 (Α)

(παρατίθενται όπως καταγράφηκαν)

Άγιος Βασίλης έρχεται από τα νέα μέρη

που λευτερώθηκ’η Ελλάς με του Θεού το χέρι.

Κι αντί εικόνα και χαρτί που βάσταν’άλλους χρόνους

τώρα κρατεί τση λευτεριάς χρυσούς ανθούς και κλώνους.

Και στο δεξί χέρι κρατεί Ελληνική σημαία

Αη Βασίλη κάθισε να μας ε πεις τα νέα.

Στον τόπο όπου γύρισα κι όπου κι αν πήγα είδα

είχ΄η σκλαβιά τη λευτεριά δεμένη μ’αλυσίδα.

Είδα σκαμμένα χώματα και με μικρά πετράδια

μαύρους και φτωχικούς σταυρούς απάνω είχαν στημένα

κι ονόματα παλικαριών απάνω είχαν γραμμένα.

Κι άκουσε μέσα από τη γη χρυσέ μου Αη Βασίλη

αν ερωτήσουν ποιοι’μαστε οι χριστιανοί και φίλοι.

Που πέσαμε στον πόλεμο είμαστ’εδώ θαμμένα

να σώσωμε τ’αδέρφια μας που ήταν σκλαβωμένα.

Μα δεν παραπονούμαστε σε κείνους όπου ζούνε

μόνο τα ορφανά παιδιά πέστε μη λησμονούνε.

Γιατί΄ναι κρίμα κι άδικο τέτοιες άγιες ημέρες

για να πεινούν τα ορφανά οι χήρες κι οι μητέρες.

Του χρόνου να ξανάρθομε μ’υγεία να σας βρούμε

στο σπίτι σας χαρούμενοι πάλι να τραγουδούμε.

Πρωτοχρονιάτικα Κρητικά Κάλαντα- Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913 (Α)

Άγιος Βασίλης έρχεται από τα νέα μέρη

που λευτερώθηκ’ η Ελλάς με του Θεού το χέρι.

Κι αντί εικόνα και χαρτί που βάσταν’ άλλους χρόνους

τώρα κρατεί τση λευτεριάς χρυσούς ανθούς και κλώνους.

Και στο δεξί χέρι κρατεί Ελληνική σημαία

Αη Βασίλη κάθισε να μας ε πεις τα νέα.

Στον τόπο όπου γύρισα κι όπου κι αν πήγα κι είδα

είδα η σκλαβιά τη λευτεριά να δένει μ’ αλυσίδα.

Είδα σκαμμένα χώματα και με μικρά πετράδια

ονόματα παλικαριών εις τους σταυρούς γραμμμένα.

Κι άκουσα μέσα που τη γη χρυσέ Άγιε Βασίλη

αν σε ρωτήσουν ποιοι ’μαστε οι χριστιανοί και φίλοι.

Επέσαμε στον πόλεμο είμαστ’ εδώ θαμμένοι

και σώσαμε τους αδερφούς που ήταν σκλαβωμένοι.

Πέσαμε στη Τζουμαγιά, στο Μπέλλες στο Μπιζάνι.

Και περιμένομε τον καιρό που άγγελος τ’ Υψίστου

θα οδηγήση το στρατό στην πόλη την Αγία

και του Δεσπότη η φωνή ξεμιστική λατρεία.

Λοιπόν κι εσείς οι Χριστιανοί αν είναι ορισμός σας

βοηθάτε τα ορφανά παιδιά όλων των αδερφών σας.

Στο σπίτι όπου ήρθαμε πέτρα να μη ραΐσει

κι ο νοικοκύρης κι η κυρά χρόνια πολλά να ζήσει».