Η Μαρίνα, ανυποψίαστη και καθηλωμένη στη ρουτίνα του γάμου της με τον Άγη, αρχίζει να παρατηρεί μικρές αλλά ανησυχητικές αλλαγές στη συμπεριφορά του. Ο Άγης απομακρύνεται σταδιακά, με δικαιολογίες που μοιάζουν ολοένα και πιο πρόχειρες, ενώ η αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά την βασανίζει. Ένα βράδυ, καθώς εκείνος αργεί πάλι να γυρίσει σπίτι, η Μαρίνα αποφασίζει να το ερευνήσει μόνη της.
Με το τηλέφωνο στο χέρι, βρίσκει το θάρρος να ψάξει τα μηνύματά του. Εκεί ανακαλύπτει το όνομα της Μάγιας, μιας νεαρής γυναίκας που του στέλνει μηνύματα γεμάτα πάθος. “Ήταν υπερβολικά αφελής” μονολογεί μέσα από τα δόντια της, προσπαθώντας να καταπνίξει τη θύελλα συναισθημάτων που την κατακλύζει. Κρατώντας τα δάκρυά της, αποφασίζει να μην πει τίποτα στον Άγη, τουλάχιστον προς το παρόν. Θέλει να σιγουρευτεί.
Οι επόμενες μέρες τη βρίσκουν να παρατηρεί κάθε κίνηση του άντρα της. Όταν επιβεβαιώνει τη σχέση του με τη Μάγια, η προδοσία δεν της φαίνεται απλώς προσωπική. Είναι βαθύτερη. Όσοι θεωρούσε φίλους της – άνθρωποι με τους οποίους μοιράστηκε στιγμές και μυστικά – δείχνουν να γνωρίζουν για τη σχέση και, χειρότερα, να την ανέχονται. Η οργή της φουντώνει, όχι μόνο για τον Άγη, αλλά για όλα τα ψέματα που την έχουν περικυκλώσει.