Σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στο ένθετο «Secret» και τη Σάσα Σταμάτη, ο Στέφανος Κασσελάκης αναφέρθηκε τόσο στις πολιτικές του θέσεις όσο και στις προτάσεις του για την οικονομία και το μέλλον της χώρας.
Ο επικεφαλής των «Δημοκρατών» ανέπτυξε τις απόψεις του γύρω από σημαντικά ζητήματα, όπως η φορολογία, η οικονομική ανάπτυξη και η αγορά εργασίας, παρουσιάζοντας παράλληλα το όραμά του για την επόμενη ημέρα.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ωστόσο, δεν περιορίστηκε αποκλειστικά στην πολιτική ατζέντα, καθώς κλήθηκε να απαντήσει και σε ερωτήσεις πιο προσωπικού χαρακτήρα.
Μιλάτε για ένα νέο μοντέλο. Τι ακριβώς πρεσβεύουν οι «∆ημοκράτες» σε αυτό το πλαίσιο και πώς διαφοροποιείστε;
Η χώρα δεν αντέχει άλλα ηµίµετρα. Χρειάζεται µια νέα, τολµηρή οικονοµική στρατηγική, που θα συνδυάζει την απαραίτητη δηµοσιονοµική υπευθυνότητα µε την ουσιαστική κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτός ακριβώς είναι ο πυρήνας του Προοδευτικού Κέντρου: η βαθιά πεποίθηση ότι η ελεύθερη οικονοµία οφείλει και µπορεί να συνυπάρχει µε ένα ισχυρό, κοινωνικό και δίκαιο κράτος. Στους «∆ηµοκράτες» δεν εστιάζουµε στη στείρα καταγγελία του προβλήµατος, αλλά ερχόµαστε να προσφέρουµε τη λύση. ∆εν περιµένουµε να αλλάξουν οι κανόνες, τους αλλάζουµε εµείς.
Ενα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για την αγορά είναι η υπερφορολόγηση. Πώς σκοπεύετε να στηρίξετε τις επιχειρήσεις και πόσο ρεαλιστικές είναι οι προτάσεις σας;
Απαιτείται άµεσα η μετάβαση σε μια οικονομία επενδύσεων και υψηλής προστιθέµενης αξίας. Η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης αποτελεί το απόλυτο αναπτυξιακό εργαλείο, καθώς τονώνει τη ρευστότητα και την ικανότητα των επιχειρήσεων να καινοτομήσουν. Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις είναι η ραχοκοκκαλιά της ελληνικής οικονομίας και οφείλουμε να τις στηρίξουμε. Η κατάργηση της παράλογης προκαταβολής φόρου και η πληρωμή ΦΠΑ με βάση τις πραγματικές εισπράξεις δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η επιχειρηματικότητα παύει να ασφυκτιά. Για εμάς, κάθε τέτοια θέση είναι απόλυτα φερέγγυα: δεν αποτελεί μια αόριστη υπόσχεση, αλλά μια κοστολογημένη και μετρήσιμη λύση, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα μας και ανοιχτή στον δημόσιο έλεγχο.
Θα σας ενδιέφερε να γίνετε πατέρας;
Ναι, απόλυτα. Η δηµιουργία οικογένειας είναι ένα από τα πιο όµορφα και δηµιουργικά όνειρα που έχω. Για µένα, όµως, η πατρότητα δεν είναι απλώς µια προσωπική επιθυµία. Είναι και µια καθηµερινή υπενθύµιση της ευθύνης που έχουµε όλοι µας: να παραδώσουµε στα παιδιά µας µια χώρα πιο δίκαιη, πιο ασφαλή, πιο συµπεριληπτική. Θέλω τα παιδιά που θα φέρουµε στον κόσµο -όπως και όλα τα παιδιά στην Ελλάδα- να µεγαλώσουν σε µια κοινωνία που δεν θα τους βάζει εµπόδια στα όνειρά τους, αλλά θα τους δίνει ίσες ευκαιρίες να προκόψουν και να δηµιουργήσουν στον τόπο τους.
Ποιο είναι το πιο extreme πράγµα που έχετε κάνει;
Πολλοί θα περίµεναν να απαντήσω αναφέροντας κάποιο επικίνδυνο σπορ. Για µένα, όµως, το πιο «extreme» πράγµα που έχω κάνει στη ζωή µου ήταν η απόφαση να αφήσω µια απόλυτα τακτοποιηµένη και επιτυχηµένη επαγγελµατική πορεία στο εξωτερικό και να µπω στην ελληνική πολιτική σκηνή. Να τσαλακωθώ, να συγκρουστώ µε εδραιωµένες νοοτροπίες και συµφέροντα δεκαετιών και να πω: «Ως εδώ. Πάµε να αλλάξουµε τους κανόνες του παιχνιδιού». Ηταν ένα άλµα χωρίς δίχτυ ασφαλείας, αλλά το έκανα µε όλη µου την καρδιά. Γιατί, αν θέλεις πραγµατικά να προσφέρεις στον τόπο σου, πρέπει να είσαι διατεθειµένος να βγεις από την άνεσή σου και να ρισκάρεις.
Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγµή της ζωής σας;
Η πιο δύσκολη στιγµή ήταν στην εφηβεία µου, όταν είδα την οικογένειά µου να κλονίζεται και να χάνει τους κόπους µιας ζωής εξαιτίας των παθογενειών και των κυκλωµάτων που µάστιζαν, και δυστυχώς ακόµη µαστίζουν, τη χώρα. Ηταν η στιγµή που αναγκάστηκα να φύγω µόνος µου, στα 14 µου, για την Αµερική µε µια υποτροφία. Αυτή η δυσκολία, όµως, έγινε το µεγαλύτερο µάθηµά µου. Με έµαθε να στηρίζοµαι στις δικές µου δυνάµεις, να δουλεύω σκληρά και, κυρίως, γέννησε µέσα µου το πείσµα να πολεµήσω αυτό το σάπιο σύστηµα, ώστε να µη χρειαστεί καµία άλλη οικογένεια στην Ελλάδα να ζήσει κάτι ανάλογο.
Διαβάστε επίσης: Απασφάλισε ο Κασσελάκης: «Αν θέλω να παίξω τένις, θα παίξω τένις. Φτάνει πια με τη μιζέρια!»