Πολύ πριν η Αθήνα μετατραπεί στη σύγχρονη μεγαλούπολη που γνωρίζουμε σήμερα, οι Απόκριες και η Καθαρά Δευτέρα αποτελούσαν κορυφαίες στιγμές χαράς και συλλογικής διασκέδασης για τους κατοίκους της πόλης. Μέσα από το Αρχείο της ΕΡΤ και τη συλλογή του Πέτρου Πουλίδη, ξεδιπλώνεται ένα ζωντανό στιγμιότυπο μιας άλλης εποχής, όπου το γλέντι, η παράδοση και η απλότητα συνυπήρχαν αρμονικά.
Στους δρόμους της παλιάς πρωτεύουσας παρήλαυναν αποκριάτικα άρματα, το γαϊτανάκι έδινε ρυθμό στις γειτονιές και μικροί και μεγάλοι μεταμφιεσμένοι γέμιζαν την πόλη με γέλια και πειράγματα. Οι εικόνες μαρτυρούν μια Αθήνα ξέγνοιαστη, όπου οι μασκαράδες φωτογραφίζονταν ακόμη και δίπλα σε καμήλες, ενώ το κέντρο μετατρεπόταν σε ένα ατελείωτο σκηνικό γιορτής.

Τα Κούλουμα είχαν το δικό τους σημείο αναφοράς: τις πλαγιές του λόφου του Φιλοπάππου. Εκεί συγκεντρώνονταν οικογένειες και παρέες από νωρίς το μεσημέρι, απλώνοντας τα φαγητά τους πάνω στα βράχια και απολαμβάνοντας τη μέρα μέχρι τη δύση του ήλιου. Η έναρξη της Σαρακοστής όριζε το περιεχόμενο του τραπεζιού, το οποίο περιλάμβανε αποκλειστικά νηστίσιμα εδέσματα.
Η μουσική δεν έλειπε ποτέ. Πλανόδιοι μουσικοί και λατέρνες συνόδευαν τους χορούς, ενώ παρέες χόρευαν δημοτικούς και λαϊκούς σκοπούς. Ο χαρταετός, φτιαγμένος συχνά από τα ίδια τα χέρια των παιδιών, υψωνόταν στον αττικό ουρανό ως σύμβολο ελευθερίας και γιορτής.

Τα επόμενα χρόνια, μια ξεχωριστή πινελιά έδιναν οι Ρουμελιώτες γαλατάδες της Αθήνας, οι οποίοι το σούρουπο έστηναν τσάμικο χορό στους Στύλους του Ολυμπίου Διός — τις «κουλώνες», όπως τις αποκαλούσαν στη ντοπιολαλιά τους — προσφέροντας ένα ιδιαίτερο θέαμα στους παρευρισκόμενους.
Οι φωτογραφίες αποτυπώνουν μια πόλη με διαφορετικούς ρυθμούς ζωής, όταν η Αθήνα ήταν μικρότερη και πιο ανθρώπινη, και η γιορτή απλωνόταν από τις γειτονιές έως τους ιστορικούς λόφους.

Στο βιβλίο «Μίλτος Λιδωρίκης: Έζησα την Αθήνα της Μπελ Επόκ» καταγράφεται με γλαφυρό τρόπο το κλίμα εκείνων των ημερών, μεταφέροντας τη ζωντάνια μιας εποχής που μοιάζει μακρινή, αλλά παραμένει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη της πόλης:
«Μασκαράδες και πολίται, στις κολόνες να βρεθείτε.
Σαν μια ηχώ που έρχεται από πολύ μακριά και είναι έτοιμη να σβήσει ακούονται στη σημερινή εποχή οι στίχοι αυτοί, που άλλοτε αποτελούσαν το εγερτήριον της αθηναϊκής οικογενείας, ξημερώνοντας η Καθαρά Δευτέρα.

Η ρωμιοσύνη ολόκληρος, που δεν εννοούσε να γυρίσει σπίτι της μετά το γλέντι της τελευταίας Κυριακής των Απόκρεω, αλλά επέμενε ν’ αντικρίσει το μενεξεδένιο ξημέρωμα στον αττικό ουρανό, θεωρούσε υποχρέωση και καθήκον της να μη σταματήσει τη διασκέδασή της παρά την νύκτα της επομένης Καθαράς Δευτέρας.
Η ωραία μας φύσις, με την θαυμασίαν λιακάδα της, με το μυρωμένο από γρασίδι αεράκι, μας καλούσε να πάμε να περάσουμε μίαν ημέρα στο αττικό ύπαιθρο.
Η ελληνική οικογένεια από το βράδυ της Κυριακής ετοίμαζε ό,τι θα εχρειάζετο για να περάσει καλά και αναπαυτικά, να φάει και να πιει την ημέρα της Καθαράς Δευτέρας.
Κάθε Καθαρά Δευτέρα της παλιάς Αθήνας, η αττική ατμόσφαιρα επληρούτο του χαρακτηριστικώς διαπεραστικού αρώματος του σκόρδου και των κρεμμυδιών […]
Από πολύ πρωί την Καθαρά Δευτέρα η αθηναϊκή οικογένεια ξεκινούσε για να πάει να γιορτάσει τα Κούλουμα.
«Πού θα πάμε, μητέρα;»
«Κάτω από την Ακρόπολη…»
«Όχι, πατέρα. να πάμε στους Στύλους του Ολυμπίου Διός να δούμε τους Λιδωρικιώτες που χορεύουν!»
…Κόσμος, κόσμος άπειρος παντού. Κόσμος που τρώει από το πρωί έως το βράδυ και τραγουδάει και χορεύει υπό τους γλυκείς ήχους εγχωρίων οργάνων…»
Μια Αθήνα που γιόρταζε με αυθεντικότητα, αυθορμητισμό και συλλογικότητα — εικόνες που συνεχίζουν να εμπνέουν και να θυμίζουν πως η παράδοση ζει όσο τη θυμόμαστε.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ