Η πολύκροτη υπόθεση της δολοφονίας της Γαρυφαλλιάς Ψαρράκου πέρασε ξανά από την κρίση της Δικαιοσύνης, με το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αιγαίου να καταλήγει ομόφωνα στο ίδιο συμπέρασμα με την πρωτόδικη απόφαση. Ο κατηγορούμενος κρίθηκε «ένοχος για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση», ενώ το δικαστήριο απέρριψε ξεκάθαρα τις θέσεις της υπεράσπισης.
Συγκεκριμένα, «το δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης για βρασμό ψυχικής ορμής και μειωμένο καταλογισμό», δίνοντας βάρος στα πραγματικά περιστατικά και στην αξιολόγηση της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου πριν, κατά τη διάρκεια και μετά το έγκλημα.
Παράλληλα, ο εισαγγελέας τοποθετήθηκε αρνητικά στο αίτημα για αναγνώριση ελαφρυντικών: «ο εισαγγελέας τάχθηκε αρνητικά στο αίτημα των συνηγόρων του να του αναγνωριστούν η ελαφρυντική περίσταση που αφορά στον σύννομο πρότερο βίο και η καλή διαγωγή μετά την πράξη και κατά τον χρόνο κράτησης». Αν το δικαστήριο ευθυγραμμιστεί πλήρως με την εισαγγελική πρόταση, «αυτό σημαίνει ότι δεν θα υπάρξει μείωση της ποινής του δράστη ο οποίος έχει καταδικαστεί πρωτόδικα σε ισόβια κάθειρξη».
Η εκτενής αγόρευση του εισαγγελέα: «Δεν υπήρξε ψυχωσικό επεισόδιο»
Στην αγόρευσή του, ο εισαγγελέας υπήρξε σαφής: απέρριψε το ενδεχόμενο ψυχικής αποδιοργάνωσης, υποστηρίζοντας ότι ο δράστης «γνώριζε απολύτως τις πράξεις του». Επικαλέστηκε περιστατικά από το παρελθόν:
σε καβγά με πρώην σύντροφο, όταν «του έτριψε πατατάκια στο πρόσωπο», αλλά και σε μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, ο κατηγορούμενος «είχε αντιδράσει ήρεμα, χωρίς ενδείξεις απορρύθμισης». Αυτές οι αναφορές, σύμφωνα με τον εισαγγελέα, «καταρρίπτουν τον ισχυρισμό περί αδυναμίας ελέγχου».
Επιπλέον, αντέκρουσε τον ισχυρισμό πως ο κατηγορούμενος ανέσυρε τη Γαρυφαλλιά από το νερό, λέγοντας ότι «χρειάστηκαν τρία άτομα για να γίνει κάτι τέτοιο». Για το όχημα, τόνισε πως «δεν εκτροχιάστηκε μόνο του, αλλά βγήκε από την πορεία του επειδή το ήθελε ο κατηγορούμενος, αφού ο δρόμος ήταν ευθεία και σε ανηφόρα».
Σχετικά με τον ισχυρισμό περί παρανοειδούς διαταραχής, ο εισαγγελέας υπογράμμισε ότι «δεν αναιρεί την ικανότητα του ατόμου να γνωρίζει τι κάνει». Επισήμανε ότι ο κατηγορούμενος «ήταν λειτουργικός: υπηρέτησε στον στρατό, εργαζόταν, συναναστρεφόταν με το άλλο φύλο».
Ο ίδιος θύμισε πως ο κατηγορούμενος είχε χαρακτηρίσει τη Γαρυφαλλιά «άγγελο», αλλά «δεν την έσωσε ούτε την τελευταία στιγμή», ενώ εκείνη ήταν «μια έξυπνη και πολύ δυνατή κοπέλα». Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη φράση της Γαρυφαλλιάς «τι κάνεις, βοήθεια», χαρακτηρίζοντάς την «κλειδί» της υπόθεσης.
«Τώρα δεν θυμάται, ενώ στην αρχή θυμόταν»
Ο εισαγγελέας τόνισε ότι ο κατηγορούμενος «τώρα δεν θυμάται, ενώ στην αρχή θυμόταν», επισημαίνοντας ότι πριν από το έγκλημα «δεν είχε προηγηθεί τίποτα αρνητικό» που να δικαιολογεί ψυχικό κλονισμό. Αντιθέτως, «ήταν χαρούμενοι».
Επιπλέον, ανέφερε πως ο δράστης «περιέγραψε όλα τα στάδια της επίθεσης», κάτι που αποδεικνύει ότι «δεν υπήρξε παροξυσμός, αλλά γνώση και έλεγχος σε κάθε κίνηση». Κατέληξε λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος «βρισκόταν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση» και πως δεν υπάρχει «εν βρασμώ ψυχικής ορμής».
Τέλος, εξήγησε πως «δόλος σημαίνει γνωρίζω τι θα προκαλέσει η πράξη μου» και ότι ο δράστης «τέλεσε την πράξη έχοντας πλήρη έλεγχο των ενεργειών του».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ