Συνεχίζει να προκαλεί αποτροπιασμό η υπόθεση της δολοφονίας της 39χρονης γυναίκας στην Καλαμάτα από τον σύζυγό της, μπροστά μάλιστα στα ανήλικα παιδιά τους που βρίσκονταν στο σπίτι τη στιγμή του εγκλήματος.
Η υπόθεση έχει πάρει διαστάσεις, καθώς ο 41χρονος κατηγορούμενος, ο οποίος έχει ομολογήσει τη δολοφονία, οδηγήθηκε στον εισαγγελέα, επιμένοντας ωστόσο στον ισχυρισμό ότι η σύζυγός του του επιτέθηκε πρώτη. Την ίδια ώρα, ιατροδικαστικά ευρήματα και μαρτυρίες αντικρούουν τους ισχυρισμούς του.
Στο «Χαμογέλα και Πάλι!» μίλησε η θεία της άτυχης γυναίκας, περιγράφοντας ένα σκοτεινό οικογενειακό πλαίσιο και αποκαλύπτοντας άγνωστες πτυχές της ζωής της.
Νίκος Συρίγος για τη γυναικοκτονία στην Καλαμάτα: «Προσέξτε τι γράφετε!»
Οι αναφορές για κακοποίηση και η εικόνα μέσα στην οικογένεια
Η συγγενής της 39χρονης αμφισβήτησε ότι είχε γνώση για συστηματική κακοποίηση, τονίζοντας ωστόσο ότι υπήρχαν ενδείξεις έντονης ζήλιας και ελέγχου.
«Αυτό δεν το ήξερα εγώ παιδί μου, δεν το ήξερα. Κι αν κακοποιούσε τη γυναίκα του αυτός, γιατί θα του είχα βγάλει το μάτι. Ξέρω όμως ότι τη ζήλευε πολύ αυτός. Μου το ‘χε πει κι η μαμά της που κουβεντιάζαμε καμιά φορά, μου το ‘χε πει και η αδερφή της. Εν τω μεταξύ βγαίνει ο πατέρας του, και λέει τις βλακείες του. Μέχρι το νοίκι του πληρώνανε, και πήγαινε η συννυφάδα μου το φαΐ στην κατσαρόλα να φάει αυτός, και το παιδί της το χτύπαγε. Το καθίκι. Και μετά βγαίνει ο ίδιος ο πατέρας, «δε το ‘ξερα’ λέει, ‘δε το ΄ξερα’» Τι δεν ήξερες ρε ηλίθιε; Δεν τα ΄βλεπες τόσα χρόνια που χτύπαγε το παιδί;».
Η απομάκρυνση από το οικογενειακό περιβάλλον και η απομόνωση
Η θεία της 39χρονης περιέγραψε επίσης ότι η επικοινωνία με την ανιψιά της είχε διακοπεί για μεγάλο διάστημα, γεγονός που έκανε ακόμη πιο δύσκολη οποιαδήποτε προσπάθεια βοήθειας.
«Είχαμε χαθεί. Όταν έφυγε από το σπίτι, όταν πέθαναν γονείς της και έφυγε από το σπίτι και η Βασιλική, χαθήκαμε μετά. Δεν έβγαινε και το κοριτσάκι καθόλου έξω για να μπορέσω να το συναντήσω κάπου. Δεν σήκωνε το τηλέφωνο. Την είχε αποκόψει από όλους. Γιατί αν ερχότανε σε μένα και τα έλεγε, εγώ θα την βοηθούσα. Ντρεπότανε να έρθει να μου πει και επειδή τον ήξερε ότι αγριεύω με το παραμικρό, δεν έλεγε τίποτα».
Αναφορές σε εγκυμοσύνες και προηγούμενη βία
Σε άλλο σημείο, η ίδια προχώρησε σε σοβαρές καταγγελίες για περιστατικά βίας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της 39χρονης.
«Την είχε δει η μάνα της χτυπημένη. Τη χτύπαγε στην κοιλιά, κι η Βασιλική έχει χάσει δυο παιδιά. Tην χτύπαγε στην κοιλιά και έχανε τα παιδιά. Έγκυος που ήτανε σε αγόρια, τη χτύπαγε κι έχασε τα παιδιά. Είχε μείνει έγκυος πάλι δυο φορές, και τα ‘χε χάσει. Και μου το ‘λεγε η μάνα της, έλεγα “πώς πάει η Βασούλα;”, “το ‘χασε” μου λέει “το παιδί”. Και το άλλο, δύο».
Οργή για την οικογένεια του δράστη
Η θεία της 39χρονης δεν έκρυψε την αγανάκτησή της για τη στάση της οικογένειας του κατηγορούμενου.
«Τι να πει τώρα; Ότι ο γιος του τη σκότωσε; Τι να πούνε γι’ αυτό; Εδώ αυτοί δεν πήγανε ούτε στην κηδεία. Έψαχνα… ανάμεσα στον κόσμο. Έτσι και τους έβρισκα μέσα στον κόσμο, θα μας είχανε γράψει οι εφημερίδες. Θα τους πέταγα με κλωτσιές έξω. Και άκουσα… που λέγε, ‘θα πληρώσουμε εμείς την κηδεία’. Τι να πληρώσεις ρε ηλίθιε την κηδεία; Να πληρώσεις! Τη σκότωσε το παιδί σου. Κοίτα να βοηθήσεις τα εγγόνια σου τώρα που θα πάνε σε ιδρύματα».
Τα παιδιά στο επίκεντρο της τραγωδίας
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στα δύο ανήλικα παιδιά της οικογένειας, τα οποία βρίσκονται στο επίκεντρο της υπόθεσης.
«Το κοριτσάκι το μεγάλο έλεγε στο σχολείο στα παιδιά ότι “δεν μπορώ να ακούω τις φωνές τους, ότι ο μπαμπάς μου βαράει τη μαμά μου”. Τα έλεγε το παιδί, μου το ‘πανε μανάδες, που πηγαίναν τα παιδιά στο σχολείο μαζί. Έλεγε να τα πάρει η Ν. Τώρα δεν ξέρω αν θα της τα δώσουνε. Εκείνη τα λατρεύει. Τα έχει βαφτίσει και τα δύο. Τα αγαπάει, θα προσπαθήσει να τα πάρει».
Το τι γνωρίζουν τα παιδιά για τον θάνατο της μητέρας τους
«Έμαθα ότι το παιδί το μεγάλο το ‘πε, ότι η μαμά πέθανε. Δεν ξέρει όμως πώς πέθανε. Έμαθε το παιδί ότι η μαμά του πέθανε, αλλά δεν τους έχουνε πει με ποιον τρόπο πέθανε».
«Έπρεπε να είχε υπάρξει παρέμβαση»
Η θεία της 39χρονης εξέφρασε την πεποίθηση ότι το τραγικό γεγονός ίσως να μπορούσε να είχε αποφευχθεί, εάν υπήρχε έγκαιρη παρέμβαση από το περιβάλλον.
«Εγώ λέω ότι τα καταλάβανε γιατί τα παιδιά ήτανε μέσα. Αφού φωνάζανε, ακούγανε δίπλα φωνές. Μία κυρία στην κηδεία έλεγε “άκουγα τις φωνές, άκουγα το ξύλο, τη βοήθεια”. Και της είπα: “Και δεν παίρνεις εσύ ένα τηλέφωνο την αστυνομία;”. και μου απάντησε “Α για να μπλέξουμε;” “Να μπλέξεις” της λέω. Άφησες δυο παιδιά ορφανά. Εάν η Βασιλική ερχόταν σε μένα, εγώ θα τη βοήθαγα. Και δουλειά θα της έβρισκα και τα παιδιά θα βοήθαγα να πηγαίνουν σχολείο, κι όλα. Δεν ήρθε να με ζητήσει. Γι’ αυτό κλαίω. Γιατί μπορούσα να τη βοηθήσω».
Η ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη του κατηγορούμενου
Κλείνοντας, σχολιάστηκε και το ενδεχόμενο ψυχιατρικής αξιολόγησης του δράστη.
«Να τον βγάλουν ψυχοπαθή για να γλιτώσει; Ας πάει, αν νομίζει ο δικηγόρος ότι πρέπει να το κάνει αυτό».