Σε δημόσια τοποθέτηση προχώρησε η Άντζελα Γκερέκου τις τελευταίες ώρες, μέσα από τον προσωπικό της λογαριασμό στο Facebook, με αφορμή τις κριτικές που δέχεται το νέο κινηματογραφικό έργο του Γιάννη Σμαραγδή για τον Ιωάννη Καποδίστρια.
Η γνωστή ηθοποιός και πολιτικός εξέφρασε ανοιχτά τη στήριξή της στον έμπειρο σκηνοθέτη, εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους θεωρεί άδικες ορισμένες από τις επικρίσεις, ενώ στάθηκε και σε αυτό που η ίδια χαρακτηρίζει ως «το μεγαλύτερο κέρδος» της ταινίας.
Όπως σημειώνει αρχικά στην ανάρτησή της, η ανάγκη να πάρει θέση προέκυψε μετά από την ανάγνωση συγκεκριμένων κριτικών, καθώς η ίδια μελετά εδώ και χρόνια το έργο και την προσωπικότητα του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας.
Συγκεκριμένα, η Άντζελα Γκερέκου αναφέρει: «Τις τελευταίες ημέρες διαβάζω ορισμένες κριτικές που μου έδωσαν την αφορμή να τοποθετηθώ δεδομένου ότι από πολλά χρόνια μελετω το έργο και την προσωπικότητα του Ιωάννη Καποδίστρια. Η προσέγγιση που αντιμετωπίζει την ταινία «Καποδίστριας», εκτός των άλλων ,ως “εμμονική αγιογραφία” φαίνεται να παραβλέπει κάτι ουσιώδες: ότι ο κινηματογράφος δεν είναι ιστορικό σχολικό εγχειρίδιο, αλλά ερμηνευτική τέχνη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ταινία αποτελεί μια κινηματογραφική αφήγηση που φωτίζει όπως οφείλει τον άνθρωπο πίσω από την Ιστορία».
Στη συνέχεια, η Άντζελα Γκερέκου τονίζει πως ο Γιάννης Σμαραγδής δεν επιχείρησε να παρουσιάσει μια «ουδέτερη» εκδοχή του Καποδίστρια, κάτι που, όπως επισημαίνει, δεν μπορεί να υπάρξει στην ιστορική αφήγηση.
Όπως χαρακτηριστικά γράφει: «Ο Γιάννης Σμαραγδής δεν επιχείρησε να κατασκευάσει έναν “ουδέτερο” Καποδίστρια. Κάτι τέτοιο, άλλωστε, δεν υπάρχει. Κάθε ιστορική αφήγηση είναι επιλογή οπτικής. Επέλεξε συνειδητά να αναδείξει τον Καποδίστρια ως ένα ηθικό και πολιτικό πρόσωπο υψηλής ευθύνης, σε μια χώρα που διαχρονικά δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με την έννοια της συλλογικής πειθαρχίας, της θεσμικής συγκρότησης και της υπέρβασης των ιδιωτικών συμφερόντων. Αν αυτό εκλαμβάνεται ως “αγιογραφία”, τότε ίσως το ζήτημα δεν αφορά την ταινία, αλλά τη δική μας αμηχανία απέναντι σε υψηλά πρότυπα».
Αναφερόμενη στο ευρύτερο κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο, η ίδια υπογραμμίζει ότι σε μια εποχή κυνισμού και εύκολης αποδόμησης, η ανάδειξη ενός ακέραιου πολιτικού προσώπου μπορεί να προκαλεί ενόχληση.
Όπως σημειώνει: «Σε μια εποχή κυνισμού, σχετικισμού και εύκολης αποδόμησης, η ανάδειξη ενός ακέραιου και ευφυούς πολιτικού με όραμα, αδιαπραγμάτευτα αξιακά όρια, ήθος, αίσθημα δικαίου, πίστη και μέγιστο προσωπικό κόστος ενοχλεί. Το να εντοπίσει κανείς ατέλειες σε μια ταινία είναι απολύτως θεμιτό και αναμενόμενα υποκειμενικό. Ορισμένες δραματουργικές επιλογές μπορεί να είναι πιο σχηματικές, κάποιοι χαρακτήρες να λειτουργούν περισσότερο συμβολικά παρά πολυεπίπεδα και ο τόνος να είναι σαφώς αξιακός. Όμως αυτό δεν ακυρώνει το εγχείρημα. Αντιθέτως, το καθιστά απολύτως σαφές: πρόκειται για μια ταινία θέσης. Και αυτή η θέση έχει σημασία».
Η Άντζελα Γκερέκου επισημαίνει επίσης ότι η ταινία αναδεικνύει τις εσωτερικές συγκρούσεις που συνόδευσαν τη γέννηση του ελληνικού κράτους, θέτοντας διαχρονικά ερωτήματα για τη στάση μας απέναντι σε πρόσωπα που επιχειρούν να αλλάξουν παγιωμένες παθογένειες.
Όπως γράφει: «Η ταινία υπενθυμίζει ότι το ελληνικό κράτος γεννήθηκε μέσα από συγκρούσεις όχι μόνο με ξένες δυνάμεις, αλλά και με εσωτερικές αντιστάσεις που έφτασαν στα ντροπιαστικά και ακραία όρια της δολοφονίας του Καποδίστρια, απέναντι στην προσπάθεια συγκρότησης ενός κοινού μέλλοντος για μια αυτόνομη, δυνατή και ελεύθερη χώρα. Θέτει, έστω και έμμεσα, ένα διαχρονικό ερώτημα: πώς αντιμετωπίζουμε όσους επιχειρούν να αλλάξουν τις παθογένειές μας; Το να απαιτούμε από μια τέτοια ταινία να είναι “ισορροπημένη” με όρους τεχνοκρατικής ιστοριογραφίας είναι άτοπο. Η τέχνη δεν οφείλει να είναι άχρωμη. Οφείλει να είναι ειλικρινής στο βλέμμα της και ικανή να προκαλεί διάλογο. Και αυτό η ταινία το καταφέρνει».
Προς το τέλος της ανάρτησής της, η ηθοποιός θέτει ένα ακόμη βαθύτερο ερώτημα γύρω από την έννοια της ηγεσίας και της συλλογικής ευθύνης, τονίζοντας: «Ίσως τελικά ο Καποδίστριας να λειτουργεί πράγματι ως καθρέφτης. Όχι επειδή η ταινία τον “αγιοποιεί”, αλλά επειδή μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα ουσιαστικό ερώτημα: θέλουμε ηγέτες που μας κολακεύουν ή ακέραιους ανθρώπους που μας ζητούν να ωριμάσουμε;
Και κάτι ακόμη. Χαίρομαι πραγματικά, γιατί ελπίζω και πιστεύω ότι αυτή η ταινία, που επαναφέρει στη μνήμη μας όσα ξεχάστηκαν και συστήνει στους νεότερους μια αλήθεια που συχνά φοβόμαστε να αντικρίσουμε, θα αποτελέσει αφορμή για έναν ευρύ και ουσιαστικό διάλογο. Έναν διάλογο που μας φέρνει αντιμέτωπους με τη δική μας ευθύνη αυτή που οφείλουμε να αναλάβουμε».
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει και στη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, χαρακτηρίζοντάς την ως ένα τεράστιο ιστορικό τραύμα, ενώ δεν κρύβει τη συγκίνησή της για την ανταπόκριση του κοινού. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά: «Γιατί τελικά, το ουσιαστικό ζητούμενο δεν είναι η αποτίμηση του παρελθόντος, αλλά τι μπορούμε να μάθουμε από αυτό το Τεράστιο ιστορικό “λάθος”. Έχουμε συνειδητοποιήσει ότι οι Έλληνες τον δολοφόνησαν; Βεβαίως με την προτροπή των ξένων “φίλων” μας. Μπορεί να αφυπνιστεί το συλλογικό μας ασυνείδητο έστω και τώρα; Φαίνεται πως ναι! Και αυτό είναι το μεγαλύτερο κέρδος από την ταινία. Είναι πολύ συγκινητικό ότι, παρά τις κακόβουλες ή επιφανειακές κριτικές, οι κινηματογραφικές αίθουσες γεμίζουν ασφυκτικά».
Κλείνοντας, η Άντζελα Γκερέκου εκφράζει την πίστη της ότι το κοινό αναγνωρίζει και τιμά ιστορικά πρόσωπα-σύμβολα, καταλήγοντας: «Οι Έλληνες καταλαβαίνουν, συγκινούνται και συνδέονται με πρόσωπα σύμβολα όπως ο Καποδίστριας πρόσωπα που τους κάνουν να νιώθουν περήφανοι. Και, ίσως το σημαντικότερο, να ελπίζουν».
Διαβάστε επίσης: Άντζελα Γκερέκου για Τόλη Βοσκόπουλο: «Σαν σήμερα γεννήθηκες και ο κόσμος έγινε πιο μελωδικός»