Ο Αύγουστος Κορτώ βρέθηκε καλεσμένος στην εκπομπή Rainbow Mermaids και μίλησε με απόλυτη ειλικρίνεια για προσωπικά και δύσκολα κεφάλαια της ζωής του, από τα σχόλια που έχει δεχτεί για τη σεξουαλικότητά του μέχρι τις ψυχικές του διαδρομές και την εμπειρία του εγκλεισμού σε ψυχιατρική κλινική.
«Καλό είναι κάποια πράγματα να τα λέμε χύμα», ανέφερε χαρακτηριστικά, δίνοντας από την αρχή τον τόνο της συζήτησης.
Αύγουστος Κορτώ: «Δεν πλήττεται κανείς από το Pride και τον έρωτα δύο αγοριών ή κοριτσιών»
Για τη σεξουαλικότητα και τα σχόλια που έχει δεχτεί
Ο ίδιος μίλησε ανοιχτά για τις κοινωνικές επιθέσεις που έχει βιώσει, σημειώνοντας:
«Καλό είναι κάποια πράγματα να τα λέμε χύμα. Μεταξύ μας, εμείς οι τρεις όπως είμαστε ακριβώς τώρα και κάνουμε αυτή τη κουβέντα, τη δεκαετία του 80 και του 90 δεν θα περνούσαμε πολύ καλά, κακά τα ψέματα. Έχουμε ακούσει πολλά γλυκόλογα μεγαλώνοντας. Αν έχεις κερδίσει αρκετούς αγώνες κάτι μέσα σου ατσαλώνεται και λες “δεν γαμι@σαι;”. Έχω ακούσει πάρα πολλά, τρισχειρότερα. Θα με πεις π@@στ@ρ@ κι εγώ θα δακρύσω; Αφού π@@στ@ρ@ είμαι! Δηλαδή τι; Δεν πρόλαβα να γίνω queer, είμαι 47 δεν πρόλαβα, εγώ πρόλαβα το “αδερφάρα”» τόνισε σχετικά με τα σχόλια που έχει δεχτεί.,
Οι γονείς του και η αποδοχή
Αναφερόμενος στον πατέρα του και τη στάση του απέναντι στη σεξουαλικότητά του, σημείωσε ότι αρχικά υπήρξε δυσκολία κατανόησης:
«Οι πατεράδες μας, ο δικός μου και του Τάσου, οι οποίοι είναι άντρες μεγαλωμένοι το 50′ δεν ενθουσιάστηκαν όταν ανακάλυψαν ότι οι γιοι τους ήταν γκέι. Στη συνέχεια όταν είδαν ότι είχαμε μία σχέση πιο ευτυχισμένη από τους γάμους τους, που κάναμε τα ταξίδια μας, που δεν υπήρχαν εντάσεις. Λίγο λίγο το έμαθαν αυτό και είπαν ότι τα παιδιά όχι μόνο δεν κινδυνεύουν να δυστυχήσουν, αλλά είναι πραγματικά ευτυχισμένα, μπορείς να εκπαιδεύσεις και με το στανιό μερικές φορές».
Η αναφορά στη μητέρα του και οι δύσκολες μνήμες
Σε πιο φορτισμένο σημείο της συνέντευξης, ο συγγραφέας μίλησε για την απώλεια της μητέρας του και τη μάχη με την κατάθλιψη, περιγράφοντας τη συναισθηματική βαρύτητα εκείνης της περιόδου.
Αναφέρθηκε στο πώς η ψυχική ασθένεια επηρεάζει ολόκληρες οικογένειες και στη δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στην αγάπη, την ευθύνη και την αντοχή.
«Ο λόγος που πάρα πολλοί καταθληπτικοί αυτοκτονούν είναι γιατί νιώθουν ότι είναι τόσο βάρος πια στους ανθρώπους που αγαπούν που δεν θέλουν να τους βαραίνουν άλλο. Νιώθουν τρομερές ενοχές. Εγώ το έχω σκεφτεί ότι αν η Κατερίνα ζούσε και συνέχιζε να χειροτερεύει, δεν θα μπορούσα ποτέ να την παρατήσω, δεν θα μου πήγαινε η καρδιά. Οπότε όσο σκληρό και να ακούγεται μου χάρισε την ελευθερία μου.
Η τελευταία απόπειρα φρόντισε να είναι… πήρε κάπου στα 500 χάπια, πρέπει να πρόλαβε να διαλύσει 250 χάπια. Το οργάνωνε καιρό. Συμβαίνει και αυτό το φαινόμενο που συμβαίνει πολλές φορές σε καταληπτικούς, τις τελευταίες εβδομάδες ήταν πάρα πολύ εύθυμη γιατί το είχε πάρει απόφαση. Καβάτζωνε χάπια σίγουρα ένα 2μηνο στο νερό. Ήταν αδύνατο να καταλάβεις πόσα χάπια έμπαιναν στο σπίτι γιατί ήταν τόσα πολλά που όσα και να της έγραψε ο ψυχίατρος δεν την έπιαναν. Έκανε κατάχρηση» είπε ο ίδιος.
Η διπολική διαταραχή και η νοσηλεία
Ο Αύγουστος Κορτώ μίλησε επίσης για τη διάγνωση διπολικής διαταραχής τύπου 1 και την εμπειρία της νοσηλείας του, περιγράφοντας τη διαδικασία διάγνωσης και θεραπείας:
«Για να πληρείς τα διαγνωστικά κριτήρια πρέπει να έχουν προηγηθεί κάποια μανιακά επεισόδια, καταθλίψεις. Μετά την πρώτη μανία που αρχικά είχε γίνει αντιληπτή ως παραλήρημα το 2008, επειδή ακολούθησε κατάθλιψη και ήταν η τρίτη κατάθλιψη στη ζωή μου θεώρησε ο γιατρός ότι μιλούσαμε μάλλον για κάποιο χρόνια μείζοντα καταθλιπτική διαταραχή με ψυχωτικά στοιχεία. Πήρα αγωγή απλά δεν έπαιρνα αυτή που ακριβώς χρειαζόμουν. Μετά τη μανία του 2017 και την κατάθλιψη του 2018 και την απόπειρα την οποία την έκανα για να νοσηλευτώ, στα 39 μου έγινε η διάγνωση διπολικής διαταραχής τύπου 1. Ζήτησα τον εγκλεισμό στο ψυχιατρείο. Όταν μιλάμε αυτοκτονικό ιδεασμό είναι το πιο επικίνδυνο ψυχιατρικό φαινόμενο. Είναι ο άνθρωπος που έχει αρχίσει να γλυκοκοιτάει το μπαλκόνι, να σκέφτεται μαχαίρα, εκείνη την φάση είναι σημαντικό να είναι κάποιος μαζί του να τον φυλάει, αλλά δεν είναι γιατρός, δεν είναι επιστήμονας. Εκεί δεν κρατούσαμε καν τα σαμπουάν μας, τα δίναμε εκεί και μας τα έδιναν για να κάνουμε μπάνιο. Καταλαβαίνω ότι για κάποιους φαίνεται πολύ καταπιεστικό και ξέρω ότι ο περισσότερος κόσμος προτιμά να πάει φυλακή παρά ψυχιατρείο. Εγώ εκείνες τις ημέρες παρά τον πόνο και την μαυρίλα, τον χωρισμό με τον Τάσο, ένιωθα ασφαλής. Έλεγα ότι εδώ πέρα όσο είμαι εδώ δεν πρόκειται να μου συμβεί τίποτα κακό».