Η Νατάσα Γερασιμίδου γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου 1952 στο Πανόραμα Θεσσαλονίκης, σε προσφυγική οικογένεια. Παρά τις στερήσεις και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η οικογένειά της, από μικρή ηλικία κατάφερε να ξεχωρίσει και δείξει την κλίση της προς τις τέχνες. Ήταν πολύ δεμένη με τα αδέρφια της, την Ελένη και τον Γιώργο.
Τη δεκαετία του 1970, η Δήμητρα Γαλάνη και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ανακάλυψαν τον Γιώργο και τη Νατάσα. Τους πρότειναν να κατέβουν στην Αθήνα για να κάνουν εμφανίσεις. Η αδελφή τους Ελένη είχε ήδη ξεκινήσει την «αθηναϊκή» περίοδο της καριέρας της.
Μια αντισυμβατική καλλιτέχνιδα
Η πορεία της ήταν συνεχώς ανοδική και έκλεψε τις εντυπώσεις στα θρυλικά θέατρα «Ορφέας», «Αθήναιον» και «Ακροπόλ», δίπλα σε μεγάλα ονόματα του χώρου. Παράλληλα εμφανιζόταν σε μουσικές σκηνές της εποχής με ξεχωριστούς δημιουργούς, όπως ο Θέμης Ανδρεάδης.
Το ταλέντο της ήταν πολύπλευρο και τη χαρακτήριζε μια δημιουργική πνοή τόσο στην υποκριτική όσο και στο τραγούδι. Σίγουρα θα μπορούσε να διαπρέψει σε μιούζικαλ στην Αμερική. Ακολούθησε μια πιο μοναχική πορεία στη διαδρομή της, μακριά από γνωριμίες και από τα ΜΜΕ της εποχής.
Οι βιντεοκασέτες
Χρυσή εποχή της καριέρας της ήταν οι βιντεοκασέτες των 80’s, που η αγαπημένη ηθοποιός μπήκε στις καρδιές του ελληνικού λαού. Μπορεί οι βιντεοκασέτες να είναι στο μυαλό πολλών ως cult και να «στιγμάτισαν» πολλούς ηθοποιούς, όμως, η Νατάσα Γερασιμίδου μέσα από αυτές κατάφερε να ξεδιπλώσει το αιρετικό χιούμορ της, βρίσκοντας ακριβώς την ελευθερία που χρειαζόταν.
Ωστόσο, ίσως, η δυναμική της δεν ήταν για τα όρια της Ελλάδας και πολλοί ήταν οι παραγωγοί που βολεύτηκαν με τις γκροτέσκες εμφανίσεις της.
Μερικές από τις βιντεοταινίες ήταν οι «Όσα παίρνει ο άνεργος», «Η Γκόλφω ζει», «Η Μερεντούλα από το Κιλκίς», «Η δράκαινα», «Η μπάτσα αρχιφύλαξ Νατάσα», «Η ψωνάρα» κ.ά.
Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 50 ετών, δίνοντας πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο, ο οποίος δεν την πτόησε στα καλλιτεχνικά της σχέδια.
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές ήταν όταν αυτοσχεδίασε το τραγούδι «Γιάννη μου το μαντήλι σου» ή «Oh Johnny baby» και το συνδύασε με τζαζ στην ταινία «Το φρικιό».