Με αφετηρία μια από τις πιο σκοτεινές υποθέσεις που έχουν χαραχτεί στη συλλογική μνήμη, η «Τελευταία Κλήση» επιχειρεί κάτι που το ελληνικό σινεμά σπάνια τολμά, να παίξει στο γήπεδο του mainstream χωρίς να χάσει την επαφή με την πραγματικότητα.
H ταινία δεν επιλέγει την πιστή αναπαράσταση, αντίθετα, μεταμορφώνει το πραγματικό γεγονός σε μυθοπλασία, αλλάζοντας πρόσωπα, λεπτομέρειες, ακόμη και την ίδια τη δομή της ιστορίας, διατηρώντας όμως ανέπαφο τον πυρήνα εκείνης της εφιαλτικής νύχτας του 1998.
Στο κέντρο βρίσκεται ο Ράντου του Ορφέα Αυγουστίδη. Ένας άνδρας που δεν χωρά σε εύκολες κατηγορίες. Δεν είναι μόνο απειλή, ούτε μόνο θύμα. Είναι κάτι ενδιάμεσο, ένα σώμα γεμάτο ένταση και ρωγμές, που πάλλεται ανάμεσα στον έλεγχο και την κατάρρευση. Ο Αυγουστίδης τον προσεγγίζει με μια εσωτερικότητα που αποφεύγει τις κραυγές και τις εύκολες κορυφώσεις, αφήνοντας τον χαρακτήρα να αναπνέει μέσα στις σιωπές του.
Δίπλα του, η Ρένια Λουιζίδου λειτουργεί σαν μια ήσυχη δύναμη. Η παρουσία της δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει, αλλά να σταθεί. Και ακριβώς γι’ αυτό συγκινεί. Σε έναν χώρο που μοιάζει να στενεύει συνεχώς, κρατά μια ανθρώπινη θερμοκρασία, μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον φόβο και στην αντοχή.
Η σκηνοθεσία του Σερίφ Φράνσις επενδύει σε αυτή την αίσθηση εγκλωβισμού. Το διαμέρισμα γίνεται σχεδόν ζωντανός οργανισμός, ένας χώρος που αναπνέει βαριά, που πιέζει τους χαρακτήρες, που δεν τους αφήνει να διαφύγουν. Οι κινήσεις είναι μετρημένες, το βλέμμα δεν αποσπάται, και η ένταση χτίζεται όχι με θόρυβο αλλά με συσσώρευση.

Παράλληλα, έξω από αυτό το κλειστό σύμπαν, ανοίγεται ένας κόσμος λιγότερο ελεγχόμενος. Η αστυνομία, με τον Δημήτρη Λάλο να λειτουργεί ως μια φάρος ηθικής μέσα σε ένα θολό τοπίο, αποκαλύπτει ρωγμές ενός συστήματος που μοιάζει να μην μπορεί – ή να μην θέλει – να διαχειριστεί την κρίση.
Το ίδιο συμβαίνει και με το βλέμμα προς τα media. Η παρουσία της Μαρίας Ναυπλιώτου δίνει τον τόνο ενός κόσμου κυνικού, σχεδόν αποστασιοποιημένου, όπου η πληροφορία μετατρέπεται εύκολα σε θέαμα. Κι όμως, αυτή η διάσταση, που θα μπορούσε να αποτελέσει ένα από τα πιο δυνατά σχόλια της ταινίας, μένει κάπως στην επιφάνεια, σαν μια υπόσχεση που δεν εκπληρώνεται πλήρως.

Το σενάριο της Κατερίνας Μπέη επιχειρεί να ανοίξει την ιστορία προς περισσότερες κατευθύνσεις, φτάνοντας ακόμη και σε επίπεδα που αγγίζουν τη συνωμοσία. Αυτή η επιλογή προσθέτει ένταση, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί μια ελαφριά απόσταση από τον ρεαλισμό που έχει ήδη οικοδομηθεί. Σαν να παλαντζάρει η ταινία ανάμεσα σε δύο κόσμους χωρίς να αποφασίζει ποιον θέλει να υπηρετήσει.
Και ίσως εκεί βρίσκεται και το βασικό της δίλημμα. Θέλει να είναι πολλά πράγματα ταυτόχρονα… Θρίλερ, κοινωνικό σχόλιο, ψυχολογική μελέτη. Και τελικά καταλήγει να αγγίζει όλα αυτά, χωρίς να βυθίζεται πλήρως σε κανένα.
Χωρίς την απαίτηση της απόλυτης εμβάθυνσης και αφήνοντας την ταινία να λειτουργήσει ως αυτό που είναι στον πυρήνα της – μια σφιχτή, ατμοσφαιρική κινηματογραφική εμπειρία – τότε η «Τελευταία Κλήση» στέκεται με αξιοπρέπεια. Και όχι μόνο. Σου κλείνει με νόημα το μάτι και σου υπενθυμίζει ότι το ελληνικό σινεμά μπορεί να κινηθεί και σε πιο εμπορικά, πιο άμεσα είδη, χωρίς να χάνει εντελώς την ανάγκη του να πει κάτι παραπάνω.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
TV Nostalgia: Όταν Αθερίδης και Παπαδοπούλου ξεκαρδίζονταν στα backstage του Σ΄αγαπώ Μ΄αγαπάς