Αν ψάχνεις για αιματοκυλίσματα και συνεχόμενα jump scares, κάνε skip αυτό το άρθρο.
Γιατί το Undertone παίζει αλλιώς. Κρύβεται στις παρυφές του σκοταδιού, στην αίσθηση που έχεις όταν είσαι μόνος στο σπίτι και νιώθεις πως κάποιος —ή κάτι— σε παρακολουθεί. Σαν να υπάρχει μια παρουσία στις γωνίες, σαν να κινείται κάτι εκεί όπου δεν φτάνει καλά το φως. Και αυτό είναι πολύ πιο ανατριχιαστικό από οποιοδήποτε εύκολο jump scare.

Διαβάστε επίσης: Lee Cronin΄s The Mummy – Κριτική: Μια φιλόδοξη επιστροφή που κερδίζει σε ύφος αλλά χάνει σε ουσία
Η υπόθεση της ταινίας
Η ιστορία ακολουθεί την Evy, μια γυναίκα που παρουσιάζει paranormal podcast μαζί με τον Justin, ενώ παράλληλα έχει επιστρέψει στο σπίτι της για να φροντίσει τη βαριά άρρωστη μητέρα της. Όταν στα χέρια της φτάνουν παράξενα ηχητικά αρχεία από ένα ζευγάρι που βιώνει ανεξήγητα φαινόμενα, η πραγματικότητα αρχίζει να γλιστράει. Ο ήχος γίνεται απειλή, η σιωπή γίνεται παγίδα και το σπίτι μετατρέπεται σε έναν χώρο όπου τίποτα δεν μοιάζει εντελώς αθώο. Η ταινία είναι σκηνοθετικό ντεμπούτο του Ian Tuason, με τη Nina Kiri στον κεντρικό ρόλο και τον Adam DiMarco στο πλευρό της ως podcast co-host.

Ο τρόμος εδώ δεν φωνάζει
Η σκηνοθεσία του Tuason έχει μια πολύ συγκεκριμένη λογική: δεν θέλει να σε κυνηγήσει, θέλει να σε κάνει να περιμένεις. Και αυτό, όταν λειτουργεί, είναι πολύ πιο ενοχλητικό. Τα κάδρα κρατούν λίγο παραπάνω απ’ όσο αντέχεις, οι σκιές αποκτούν βάρος, ενώ το sound design γίνεται σχεδόν πρωταγωνιστής. Το Undertone είναι μια ταινία που την ακούς όσο τη βλέπεις. Ίσως και περισσότερο.
Το ενδιαφέρον είναι πως το φιλμ χτίζει τον φόβο μέσα από την απομόνωση της ηρωίδας. Η Evy φορά ακουστικά, ακούει ξανά και ξανά τα ίδια αρχεία, ψάχνει μοτίβα, αμφιβάλλει, τρομάζει, ξαναμπαίνει μέσα στον ήχο. Και μαζί της μπαίνουμε κι εμείς. Κάθε παύση μοιάζει ύποπτη. Κάθε θόρυβος από άλλο δωμάτιο αποκτά σημασία. Εκεί η ταινία κερδίζει μεγάλο πόντο, γιατί δεν σε αντιμετωπίζει σαν θεατή που χρειάζεται συνεχώς εξηγήσεις ή φτηνά τρικ.
Η ατμόσφαιρα και το φινάλε που διχάζει
Σε επίπεδο υπόθεσης, το Undertone δεν είναι απαραίτητα κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί. Έχει paranormal στοιχεία, οικογενειακό βάρος, ψυχολογική φθορά, θρησκευτικές και δαιμονικές νύξεις. Εκεί που ξεχωρίζει, όμως, είναι στον τρόπο που τα σερβίρει. Δεν απλώνει απλώς ένα horror concept. Το συμπιέζει μέσα σε ένα σπίτι, σε μια γυναίκα, σε μια σειρά ηχητικών αρχείων που γίνονται όλο και πιο ανησυχητικά. Αρκετές κριτικές στάθηκαν ακριβώς σε αυτή τη μινιμαλιστική δύναμη της ταινίας και στη χρήση του ήχου ως βασικού μηχανισμού τρόμου.
Εκεί που προσωπικά χάνει λίγο έδαφος είναι στο φινάλε. Όχι επειδή καταρρέει, αλλά επειδή μοιάζει να θέλει να εξηγήσει ή να κορυφώσει περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Μέχρι τότε, το φιλμ είχε καταφέρει κάτι πιο δύσκολο: να σε κρατά σε ένταση χωρίς να σου δείχνει τα πάντα. Στο τέλος, η ισορροπία γίνεται κάπως πιο γνώριμη, πιο κοντά σε κλασικές φόρμες του είδους.

Ακόμα κι έτσι, το Undertone μένει. Είναι σκοτεινό, ατμοσφαιρικό, καλοχτισμένο και με έναν τρόμο που δεν βασίζεται στην ευκολία του jump scare αλλά στην αίσθηση ότι κάτι ακούστηκε… και μάλλον δεν έπρεπε.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
The Terror: Devil in Silver – Η horror σειρά του Ridley Scott είναι το φαινόμενο του καλοκαιριού